Πάουλ Τσέλαν

Του κανενός το ρόδο

Ένα Τίποτα
που ανθίζει, υπήρξαμε, είμαστε και
αυτό θα παραμείνουμε:
το Ρόδο του Ανύπαρκτου,
το Ρόδο του Κανενός.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Despair

If I turn my head to the endless nothing,
only then will I find the strength to feel you,
darkness, sadness, stillness.

Λέξεις, παιχνιδίσματα ανόητα, έτσι τις θέλω,
φράση να μην φτιάχνουν, που καθείς θα καταλάβει.
Λίγοι ή καλλίτερα κανείς την άβυσσο της ψυχής αυτής,
μην συντροφέψει στην λαχτάρα,
στα σκοτάδια του ατέλειωτου δειλινού.

 If, only if, the question was this,
my figure pointing to emptiness.

 Φράσεις και νοήματα μπερδεμένα,
λέξεις μυστικά, κλειδιά αστεία,
μην νιώσεις την σιωπή δεν έχει αξία,
είναι μόνη και τόσο κρύα,
ριγμένη στου τίποτα την σφιχτή αγκαλιά.
Δεν θα βγει ποτέ από εκεί,
ποτέ δεν θα πει εγώ, εσύ, αυτός.

 My light, my night lady of sorrow,
deeply into my heart will you infuse
your vision, while fading into dreams.

 Ναι, χωρίς ελπίδα καμιά,
επιτέλους χωρίς νου,
στα κυκλικά ταξίδια της ψυχής.
Στις μικρές στιγμές που φεύγουν
χωρίς τελειωμό, χωρίς επιστροφή.

Αυτός ο κόσμος δεν είναι δικός μας,
είναι του Ονείρου.

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

Φευγαλέα

Είμαι ένας ίσκιος από πέτρα και λυγμούς
κι είν’ η αγάπη μου σαν δίκοπο μαχαίρι
κι η ελπίδα μου γονατιστή μέσ’ τ’ άδειο μεσημέρι
στις φλέβας και του αίματος τους άρρυθμους σφυγμούς.

Κι είν’ η αγάπη μου σαν δίκοπο μαχαίρι,
να σεργιανάει διστακτικά στην ανοικτή πληγή,
μέσα στης θλίψης την αστείρευτη πηγή,
στης μνήμης τ’ αναπόφευκτο καρτέρι.

Να σεργιανάει διστακτικά στην ανοικτή πληγή
κι αργά την νεκρική γαλήνη να υφαίνει,
βουβό καράβι σ’ άφαντο λιμάνι να διαβαίνει,
ν’ αποζητάει το βάλσαμο στην ένοχη φυγή.

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2009

Εικόνες

Καθώς έτρεξες στην αγκαλιά μου,
τα μάτια σου πουλιά στον ουρανό,
φτεροκοπούν,
τα χείλια σου ανθός του γιασεμιού,
γλυκά μεθούν,
τα χέρια σου λεπίδες μαχαιριού,
τις πληγές μετρούν.

Τέλος

Όλα τελειώσαν,
κρέμασε το παλτό σου στην κρεμάστρα,
την καρδιά σου κάρφωσε στον τοίχο,
δίπλα στο κάδρο με τα φρούτα.

Όλα τελειώσαν,
σταμάτησε τα λόγια και τα νοήματα,
κλείδωσε τα φτερά σου
στην γωνιά με τα πουκάμισα.

Όλα τελειώσαν,
κλείσε τα δάκτυλά σου σφιχτά
τα μάτια σου, τα χείλη σου,
στις παλιές φωτογραφίες.

Όλα τελειώσαν,
κράτησε τα κρύσταλλα των ματιών,
για στερνή φορά στην παλάμη σου,
με τα τεμαχισμένα χρώματα
και την βραδινή θλίψη.

Ταξίδι

Σου τόχω ξαναπεί,
η ελπίδα είναι η γαλήνη των πολλών.
Όμως εμείς,
με τρεμάμενα χέρια θα πλάσουμε σιωπηλά αγάλματα,
με αόρατα δάκτυλα
θα ζωγραφίσουμε πίνακες λύπης και πόνου,
με σφιγμένα χείλη
θα ψιθυρίσουμε ανείπωτα αιώνια μυστικά,
με πυρωμένα μάτια θα ταξιδέψουμε στη ράχη του καιρού,
σε χώρες μακρινές παραμυθιών,
με μάγους και Βασίλισσες,
με νάνους και ναρκοπέδια.
Γύρισε τα μάτια ξανά,
στις μακρινές γραμμές των χαμένων μονοπατιών,
θα γνωρίσεις άραγε τα βήματά σου,
θα γνωρίσεις το χαμόγελό σου,
τα λόγια σου μείναν στα κλώνια των δένδρων
σαν παντοτινά δάκρυα,
τα θυμάσαι?
Κι οι φίλοι σαν την παλιά σκόνη,
ταξιδεύουν διάφανοι στον χώρο,
σαν ψεύτικες οπτασίες,
οι φίλοι που ήταν στ΄ αλήθεια,
που είναι τώρα,
σκιές σε αόριστες μνήμες,
σαν μουσική που θαρρείς πως ξανάκουσες παλιά,
σαν εικόνα που παράξενα σε προκαλεί από ένα αβέβαιο παρελθόν,
τι ήταν, τι δεν ήταν,
όνειρο, γη και ουρανός.
Θα σηκώσουμε βαρύ το κεφάλι
και θα χαμογελάσουμε σε πείσμα των καιρών,
θα ανοίξουμε τα παράθυρα στα φώτα της νύχτας,
θα δροσίσουμε το μέτωπο που καιει
με τις σταγόνες της βραδινής δροσιάς,
μια ανάσα μόνο,
ένα χαμόγελο μόνο.
Ένα μόνον, μην γελαστείς, κι ύστερα,
ας φτύσουμε πάλι στο πρόσωπο της μοίρας,
ας ξύσουμε τις παλιές πληγές μέχρι
να ματώσουν ξανά και ξανά,
ας σαρκάσουμε τις γαληνεμένες ψυχές,
εμείς που δεν βρήκαμε τίποτα στην καρδιά μας,
παρά μόνο την οδύνη,
εμείς που δεν συναντήσαμε στο διάβα μας
παρά μόνο την μοναξιά,
εμείς που δεν είχαμε πια δάκρυα για την θλίψη,
θα καλπάσουμε στην πλάτη της νύχτας
χωρίς δισταγμό, μέχρι το τέλος.

Στα όνειρα μόνον

Πίσω από τις κουρτίνες με τα ακίνητα πουλιά,
Πίσω από τους μακρινούς ορίζοντες,
Αν λεω, αν, μόνο μια στιγμή, μόνο μια γραμμή
Μόνο μια τύψη,
Αν, λεω αν, μέχρι το βλέμμα, μέχρι την ηχώ,
Μέχρι την δύση.

Τότε, εσύ θα είσαι η μικρή στιγμή, τόσο μικρή,
Τόσο γλυκιά, τόσο φευγάτη,
Που γυρνώντας τα μάτια θα σε ρωτήσω απαλά,
Για μένα ήρθες μια φορά ή ποτέ?
Κι ας μην απαντήσεις.

Πίσω στα όνειρα, μόνο στα όνειρα
Εκεί ας σε χάνω,
Πίσω στις φτερούγες μακρινών πουλιών,
Στα μάτια των αστεριών,
Στη σκόνη των ταξιδιών.

Πριν την Βροχή

Έπειτα άρχισε να βρέχει.
Πάνω στο τζάμι μια μορφή,
πίσω απ’ του δρόμου την στροφή,
η θλίψη σιγοτρέχει.

Και να μετρά τι έχασε, τι έχει,
με ένα δάκτυλο να ψάχνει την πληγή,
μες’ την μελάγχολη, υγρή μαρμαρυγή.
Τις μέρες που κύλησαν σα φτερά,
κει που λαβώθηκε ξανά στερνή φορά.
Έπειτα άρχισε να βρέχει.

Κι ήσουνα

Κι ήσουνα κάποτε ολάκερη ζωή,
στιγμή - σπυρί που αιώνια ανθίζει
κι έγινες μνήμη που σα στήνεται γκρεμίζει
την έλπιση στ’ ονείρου την ατέρμονη ροή.

Κι ήσουνα κάποτε αίσθηση ακόρεστου φιλιού,
σ ένα ταξίδι που μοιαζε τα λάθη του να κρύβει
κι έγινες πέλμα ασφυκτικό που αέναα συντρίβει
του χαμογέλιου την γραμμή στην άκρη του χειλιού.

Κι ήσουνα κάποτε ο ρυθμός στης φλέβας τον παλμό,
στης μοναξιάς την ήρεμη, συντριπτική γαλήνη
κι έγινες δρόμος δισταγμού σε στερεμένη κρήνη
και Πηνελόπη χίμαιρας σ’ ανύπαρκτο σταθμό.

Θα γυρίσεις

Θα γυρίσεις κάποτε δεν μπορεί,
Τα λόγια τα παλιά γίναν φαντάσματα,
Μέσα στους σκοτεινούς της μνήμης δρόμους,
στα μεγάλα παράθυρα της μοναξιάς.

Θα γυρίσεις κάποτε δεν μπορεί,
στους νυκτωμένους χώρους της νιότης σου,
γιά να αγγίξεις με τα δάκτυλα της σιωπής
τις ανοικτές πληγές που θέριεψε ο χρόνος.

Θα γυρίσεις κάποτε δεν μπορεί,
εκείνα τα μάτια θα σε ακολουθούν,
εκείνα τα χέρια θα σε χαϊδεύουν παντού
εκείνα τα λόγια θα διαπερνούν την σκέψη σου.

Θα γυρίσεις κάποτε δεν μπορεί,
γιά να βρεις τη λύτρωση από τα περασμένα,
θα γυρίσεις στην κάθε γωνιά απελπισμένα,
μα δεν ξαναγυρίζουν τα χαμένα.

Για σένα

Για σένα μίλα μου,
μόνο για σένα,
με λόγια,
με κινήσεις,
με τραγούδια,
με σιωπές.
Για τα τραγούδια σου, μίλα μου,
για το χαμόγελό σου.
Τα λόγια σου ας γαληνέψουν
την κρύα καρδιά μου.
Εγώ χάθηκα μες΄ την σιωπή
διαχύθηκα σε αβέβαιο φως,
έσβησα στην ζεστή κίτρινη βροχή
πάνω στο οδόστρωμα του καλοκαιριού.
Για τις πληγές σου μίλα μου
για τις κραυγές σου,
για την χαραγμένη παλάμη σου με ακτίνες φόβου.
Μίλησέ μου,
μόνο με λόγια,
μόνο με τις άκρες των δακτύλων σου,
μόνο με το θλιμμένο βλέμμα σου
που ταξιδεύει πάνω από τις γκρεμισμένες στέγες
και τα κουφάρια μιας ατέλειωτης μέρας.
Μην πεις, λέξη μην πεις,
για μένα,
μην φωνάξεις το όνομά μου,
μην αγγίξεις τα όνειρά μου,
μην χαράξεις την καρδιά μου,
στα σκοτεινά άσε να πλανιέται η ψυχή μου,
στα σκοτεινά μονοπάτια του χτες.

Ortiz

Ortiz, της μουσικής αγαπημένε,
σε άλλες στιγμές, σε άλλες αιχμές,
στροφές, ρωγμές, ταξίδια,
σαν χώρος και σαν χρόνος καμπύλος,
αιώνιος, ναι κοντά, πολύ κοντά στο πουθενά,
εσύ εκεί, σχεδόν αόρατος,
κι η μουσική σου σαν σφυρί, γλυκιά,
του πόνου και του ατέλειωτου λυγμού.

Ortiz, τα χέρια μου που τρέμουν,
τα χείλη μου που μένουν χωρίς μιλιά,
τα μάτια μου που χάσαν το κοντά
και θολά κοιτούν την αντίπερα όχθη
του χρόνου.

Εκεί στον καναπέ, τόσο απλά,
αλλάζουν τα τοπία της σιωπής,
δεν ξέρω πια που είναι, που είμαι.
Δεν τελειώνει η μουσική, δεν τελειώνει ποτέ!

Ortiz Diego Ισπανός συνθέτης του 16ου αιώνα.

Ποιήματα Εκδόσεις "Κέραμος" Δεκέμβρης 1982

Ποιήματα Εκδόσεις "Κέραμος" Δεκέμβρης 1982
Κώστας Παπαποστόλου

Ο Μεγάλος Κύκλος Εκδόσεις "Γαβριηλίδης" 2005

Ο Μεγάλος Κύκλος Εκδόσεις "Γαβριηλίδης" 2005
Κώστας Παπαποστόλου