Πάουλ Τσέλαν

Του κανενός το ρόδο

Ένα Τίποτα
που ανθίζει, υπήρξαμε, είμαστε και
αυτό θα παραμείνουμε:
το Ρόδο του Ανύπαρκτου,
το Ρόδο του Κανενός.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

Σκληρή μνήμη

Μετά τόσον καιρό
Μπορώ ακόμα να θυμάμαι
Θολά το πρόσωπό σου,
Σαν ένα παλιό ίχνος μνήμης
Απροσδιόριστα οδυνηρό,
Έγινες πια σκιά
Όχι γυναίκα,
Όσα δεν τολμήσαμε
Όσα δεν θέλαμε στ’ αλήθεια,
Τα αφήσαμε χωρίς γενναιότητα,
Υποκύψαμε στη συνήθεια,
Ένοχοι,
Σχεδόν νικημένοι,
Αφεθήκαμε στο χρόνο,
Αφού από καιρό είχαμε
Βάλει πλώρη,
Να αφανιστούμε.

Ίσως τώρα, που λείπεις οριστικά
Και σβήνουν τα μάτια σου,
Όπως σβήνει η βροχή
Τις πατημασιές στο σκονισμένο δρόμο,
Τώρα που σε άλλο τόπο
Γερνάς,
Χωρίς φωνή
Χωρίς βήματα
Και ξέρω πως φοβάσαι,
Να έρχεσαι το βράδυ στα όνειρά μου,
Δροσερή κι αγαπημένη,
Όπως τότε
Κι ας μου λείπεις για πάντα.


Αθήνα 11/4/10

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

Απολογία

Λοιπόν
Τα συμπεράσματα δικά σας.
Επιδιώξαμε καθ΄ όλη τη διάρκεια
Της ευτελούς ζωής μας
Να κρατηθούμε από τις σταγόνες της βροχής
(ως καλλιγράφοι),
Που μας παρέσυραν στο διάβα τους
Και ίσως από τις μαγευτικές εκπομπές χρωμάτων
Του ουρανίου τόξου
Στο τέλος,
(Ως σχεδιαστές)
Που καλπάσαμε μαζί,
Αχ τι υγρή και φωτεινή φενάκη,
Κάνοντας ένα παιχνίδι και εμείς,
Όπως δικαιούμαστε,
Mε τις εποχές των ημερών,
Να, κρύο, βροχή, φθινόπωρο
Ή εν τέλει
Με τις δύσκολες ατραπούς
Και τις απρόοπτες συναντήσεις στις στροφές.
Το προσπαθήσαμε,
Δεν λέω πολλές φορές με αγωνία,
-Τώρα θα τελειώσει,
Μετρούσαμε ωστόσο τα γραμμάρια
Του πνεύματος που κερδίσαμε
Με κόπο,
Ή της ψυχής τα γλιστρήματα,
Άλλες φορές στριμωγμένοι, αλλόφρονες
-Δεν θα πετύχει.
Η λαβή από πέτρα ή βαμβάκι
Μας βάρυνε το ίδιο,
Είχαμε, θα έλεγα, μία τάση προς τον
Αποχρωματισμό των εικόνων που μας περιέβαλλαν
Και μία ροπή προς την σιωπή.
Καθόλου δεν βοήθησε, στο τέλος,
Όταν διαχυθήκαμε, όπως οφείλαμε,
Στην φύση ή στην μοίρα.
Χους εις χουν.
Θα μας θυμάστε;
Αθήνα 16/01/10

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Την επομένη

Βρέχει ασταμάτητα μια ψιλή κίτρινη βροχή.
Δεν μπορώ να δω το πρόσωπό σου
Παρά μέσα από την θολούρα του ρέοντος νερού,
Μέσα από τις γραμμές του ημίφωτος που διαχέεται.
Μπερδεύομαι μόνο,
Να είναι δάκρυα αυτές οι σταλαγματιές στα μάτια σου
Ή ο υδάτινος κόσμος μου,
Να είναι χαμόγελο η γραμμή των χειλιών σου
Ή ο σαρκασμός μου που επιστρέφει,
Το πρόσωπό σου καθρέφτης κοίλος
Η το αθέατο της ψυχής μου;
Ολοένα πιο θολά τα μηνύματά σου,
Πιο απόμακρο το περίγραμμα του κορμιού σου.
Όμως, λίγο – λίγο, μας απορροφά
Η επερχόμενη νύχτα.
Αύριο θα είμαστε άλλοι, ξανά καινούριοι,
Λησμονημένοι..

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Το τέλος του χρόνου.

Πως μίκρυνε ο χρόνος,
Πως τέλειωσαν οι ώρες,
Πως φτώχυνε αναπάντεχα η ελπίδα.

Όμως εσύ, είχες σχεδιάσει
Για καιρό μεθοδικά,
Ταξίδια μακρινά,
Σε φιδίσιους δρόμους γεμάτους υποσχέσεις
Μέσα από μαγεμένα δάση με νιριίδες,
Στοιχειωμένες κοιλάδες παραμυθιών,
Με 'κείνη,
Που θα ερχόταν,
Όπως την περίμενες
Τόσο καιρό,
Με τα χέρια λευκά,
Τα μάτια υγρά γεμάτα υποσχέσεις,
στα χείλη σταλαγματιές ροδόσταμου.

Με ανεβασμένους τους γιακάδες του χιονιού
Περίμενες στις αρχές της άνοιξης,
Το κρύο, η πάχνη μετρούσαν ακόμα τη αναμονή
Σαν ασταμάτητα αόρατα ρολόγια.
Μόνος,
Δεν ήθελες άλλους
Να σε συντροφεύουν.
Η έμνευση είναι στη μοναξιά.

Περίμενες βουβός,
Μια μέρα,
Δυο μέρες,
Τις νύχτες ντυμένος με τα ρούχα του ταξιδιού
Στην μισάνοιχτη πόρτα,
Το τέλος του χειμώνα
Κι έλεγες θα έλθει,
Δεν μπορεί,
Είναι βλέπεις που τα ταξίδια πρέπει να γίνουν,
Στενεύει ο χρόνος,
Παλιώνουν τα όνειρα,
Μην αργεί.
Θα ανοίξεις τα παράθυρα στο μισοφέγγος του πρωινού,
Θα περιμένεις,
Τα χέρια σου, τα μάτια σου
Κομμάτια, θραύσματα
Σχεδόν σβησμένα,
Ένας μουσικός θίασος
Περιδιαβαίνει τα σοκάκια,
θρυμματίζοντας τη γαλήνη,
Τα υγρά φύλλα ηχούν
Σαν στεναγμοί.
Μην αργεί.
Λύγισαν τα δάχτυλά σου
Ο κόσμος σου γέμισε σκιές.

Έξω διαβαίνουν άνθρωποι κουρασμένοι,
Με κλειστά μάτια,
Δεν κοιμηθήκαν,
Τους στοίχειωσαν τα ανεκπλήρωτα όνειρα,
Περπατούν σκυφτοί μέσα στη βροχή
και τη λάσπη.

Αυτή δεν θάλθει,
Έτσι, χωρίς ελπίδα,
Κι όμως σου το υποσχέθηκε κείνα τα δειλινά
Στο τέλος του καλοκαιριού,
Την ώρα που την κοίταζες στα μάτια
Απελπισμένα,
Κι ας μην ήσουν εκεί
Κι ας μην την ήξερες.

Αθήνα 7/11/2009

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

Μετά από χρόνια

Πυκνή ομίχλη
Με τυλίγει,
Το περίμενα,
Με σχισμένα χέρια πώς να κρατήσω τη ζωή,
Χαμένος στις σκιές,
Στο πλάι κείται
Πεσμένος ο γέρος που είδα στο όνειρο
Πως μου χαμογελούσε
Δείχνοντας μου λίγα κίτρινα δόντια,
Νόμισα πως πέθαινε,
Ανατρίχιασα
Μα δεν ξύπνησα,
Συνέχισα βουβός ώσπου έγειρε καταγής
και απέμεινε έτσι,
Χωρίς ψυχή,
Λεκές σκούρος στον λασπωμένο δρόμο,
Σε μια απρόσιτη γαλήνη.

Γυρνούσαν οι ψυχές
Στον κάτω κόσμο
Στο σκοτεινό προθάλαμο της υποδοχής
Σιωπηλά,
Εκεί δεν ηχούν ορχήστρες και φωνές τραγουδιών
Εκεί σωπαίνουν τα αγάλματα,
Τα βλέμματά τους είναι ψυχρά,
Σαν κομμάτια πάγου.

Αύριο θα ξημερώσει ξανά το σκοτάδι.

Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

Το τελευταίο παιχνίδι

Ποιον σημαδεύουν
Tα σκλήθρα των λόγων της ταπείνωσης,
Σκληρά στο ημίφως
Του δωματίου,
Καθώς γέρνει
Η εποχή,
Ξεγυμνώνεται το κορμί
Στην τέφρα,
Τα βλέμματα
Kι οι σιωπηλές σκέψεις
Φωλιάζουν φοβισμένες;

Με το μαχαίρι στην καρδιά
Θραύεται βίαια η εικόνα με τις υαλογραφίες
Της μνήμης.
Ύστερα,
Ο άλλος εαυτός
Βάζει τις γάζες προσεχτικά,
Βάζει τα επιθέματα στις υγρές πληγές,
Στο δρόμο, χειμάζει ο τρόμος,
Βάφονται στα χρώματα τα μικρά παιδιά
Παίζοντας τον θάνατο.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Λήθη

Τώρα, ο παρόν χρόνος,
Σαν άλλοτε γνώριμος,
Κατατρώγει τα άκρα,
Αργά - αργά φθίνουν τα σώματα
Ατονούν τα βλέμματα,
Σιωπά η γλώσσα.
Οι ψυχές άνω θρώσκουν
Ικέτισσες δια βίου.
Ας μεταβούμε στον πλησιέστερο κομήτη,
Για αιώνια κατανόηση
Του σημαίνοντος πόνου.
Πώς να εξηγούνται άραγε
Όλα αυτά που μας διαφεύγουν
Αορίστως;
Επικαλούμαι, λες,
Την υπέρβαση του σήμερα
Για την αποφυγή της φθοράς.
Ας παγώσουν λοιπόν τα χρονόμετρα για λίγο
Ώστε τεχνηέντως να προσποιηθούμε πως ξεχάσαμε.

Αθήνα 7/01/10

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Future promises

You are the one I will never forget,
I am the one you will never forgive.
Anger flashes in your eyes,
your trembling fingers,
Empty space fills my room and pale shadows,
Where your feelings blossomed, now absence inhibits,
Where fear was in my heart, now despair springs out,
Our beloved moon turned his dark face,
Invisible dreams sharpen the skyline of events.
The years will fly away,
One day, you will not walk anymore,
Then I will stay still in parallel pathway.
We will meet in another life,
Where we will shake hands of conciliation.

Kostas Papapostolou

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Ακατοίκητη πολιτεία.

Γύρισε πίσω
Χωρίς να κοιτάζει,
Με το κεφάλι σκυφτό,
Βαρύ, αγαλμάτινο,
Τα χέρια μετέωρα,
Μαζί του τρέχουν τα χρόνια,
Ολοένα τον προσπερνούν,
Θραύσματα,
Μονάχη σκιά
Στην ερημία της επερχόμενης νύχτας.
Ο θόρυβος των άδειων τραίνων,
Που ολοένα αναχωρούν
Αφήνουν ένα τοπίο μοναχικό.

Περνούν εικόνες,
Από παιχνίδια μιας νιότης,
Που δεν γύρεψε
Να παρέλθει,
Κι ας κράταγε σφιχτά τα ρολόγια,
Κι ας μάγευε τους λεπτοδείχτες,
Κι ας κατέβαζε τις ταχύτητες,
Μιας αγάπης που διαχύθηκε μέσα στο φως,
Ονόματα που λησμονήθηκαν,
Αμετάκλητα,
Τι έγινε λοιπόν,
Που ήτανε τόσο καιρό,
Ταξιδεύοντας,
Χαϊδεύοντας άλλα σώματα,
Ξένα,
Πνιγμένος στον ιδρώτα και στη σιωπή,
Λευκό φως, λευκά σεντόνια
Νοσοκομείου,
Σαν είδωλο άλλου κόσμου.

Ακατοίκητη πολιτεία,
Δώσε το νερό της παρηγοριάς
Στους λησμονημένους.

Αθήνα 31/01/2010

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Λίγο πριν

Δίπλα στις όχθες του ποταμού Αχέροντα,
Στα μαύρα και πικρά νερά,
Το σώμα του ακουμπούσε βαθιά
Στις ρίζες των βρύων.
Με τα σημάδια και την διαίσθηση
Έχτιζε διαδρομές,
Προσπαθούσε,
δεν μπορεί να πει κανείς,
Να ξεχάσει,
Πως ήταν θαμμένος από καιρό
Στη λάσπη,
Πηχτό στρώμα
Σχεδόν συμπαγές, ασφυκτικό,
Μόνο τα μαλλιά του εξείχαν
Σαν της μέδουσας,
Τα μάτια σφιχτά,
Κλειστά τα χέρια,
Τα χέρια σφιχτά,
Κλειστά τα μάτια,
Σαν σύννεφο περνούν
Εικόνες ζωντανού ονείρου,
αυτού που απέμεινε,
Άνοιγε μονοπάτια προς το μαντείο,
Ο απολογισμός των πεπραγμένων,
Κυρίως όμως αυτών που δεν έγιναν ποτέ.
Η ένωση με το παν δεν παρηγορεί,
Δεν μπορεί να έχει σώμα η απουσία,
Aυτοαναιρείται.
Λίγο – λίγο,
Μουδιάζουν οι μυστικές αισθήσεις που έμειναν
Να αγκαλιάζει,
Λικνίζεται σαν μέσα σε βάρκα,
Η κάθοδος,
Νιώθει ανάλαφρος, σαν να έφυγαν από πάνω του
Όλες οι εικόνες.
Το ταξίδι δεν του χάρισε την πληρότητα
Που γύρευε απελπισμένα,
Ο Άργος του γελούσε κατάμουτρα,
Σαρκαστικά,
Καθώς ανάλωνε την πνοή του στα ακύμαντα νερά
Ή στα αστέρια.

Αθήνα 25/01/2010

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Η φυλακή του εαυτού

Bene vixit qui bene latuit
(Έζησε καλά όποιος κρύφτηκε καλά)

Κρύφτηκε καλά
Κάτω από τα ερείπια της ζωής που του απόμεινε
Λουφάζοντας,
Μην τον ακούσουν τα συνεργεία διάσωσης,
Που έψαχναν για τεκμήρια.
Άκουγε βήματα, ομιλίες ή μουσική,
Ήχους μακρινούς
Και ακατάληπτους.
Κάτι του θύμιζε το τραγούδι,
Που έφτανε απόηχος του άλλου κόσμου,
Του πάνω κόσμου,
Αυτός ήταν ανάμεσα, το ήξερε,
Είχε αρχίσει όμως να ξεχνά,
Τα χρώματα,
Το σκοτάδι είχε ενσκήψει σιγά – σιγά
Μαζί με την σκόνη μιας ζωής που κατακάθονταν,
Ακόμα και οι ήχοι λίγο πιο αδύναμοι.
Έτσι όμως απέφευγε τις άγονες επαφές,
Επέστρεφε στον εαυτό του,
Σε ένα κυκλικό συνεχές,
Για τον δοσμένο χρόνο του.
Πιο οικεία η στάχτη,
Η σκόνη των ημερών.
Έτσι θα τελειώσουν όλα λοιπόν,
Τακτοποιημένα στην εσωστρέφεια.
Κρύψου, μη σε πληγώσει ο κόσμος.

Αθήνα 19/01/10

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Ουτοπία (Τραγούδι)

Σαν χάδι απαλό μπήκες στην ζωή μου,
Σαν έκπληξη του ήλιου στο βροχερό πρωί,
Σαν μιά χαρά απρόσμενη στης νύκτας την σιωπή,
Σαν μουσική γλυκιά στης πόλης τους θορύβους.

Όμως καλή μου συνήθισα τόσο στην μοναξιά,
Ενώθηκα τόσο πολύ με τα δεσμά της,
Τόσο πολύ που αγάπησα βαθιά
Και την πληγή απ’ τ’ άγγιγμά της.

Σπασμένο ρόδι τρέμει η χαρά μου,
Διστακτικά μέσα στα χρώματα του νου
στις μακρινές γραμμές του ουρανού
πρώτη φορά που άγγιξαν την καρδιά μου.

Όμως καλή μου συνήθισα τόσο στην μοναξιά,
Ενώθηκα τόσο πολύ με τα δεσμά της,
Τόσο πολύ που αγάπησα βαθιά
Και την πληγή απ’ τ’ άγγιγμά της.

Σαν όνειρο εφάνηκες στην άκρη του καιρού,
Σαν άμμος που παράξενα στα δάκτυλα γλιστράει,
Σαν τα κομμάτια του καθρέπτη του αδειανού,
Σαν το δοξάρι που βουβά το άπειρο κοιτάει.

Όμως καλή μου συνήθισα τόσο στην μοναξιά,
Ενώθηκα τόσο πολύ με τα δεσμά της,
Τόσο πολύ που αγάπησα βαθιά
Και την πληγή απ’ τ’ άγγιγμά της.

Κώστας Παπαποστόλου

Αγάπα με

Αγάπα με όσο μπορείς,
όσο πολύ αντέχεις,
όσο να τρέμει όλη η γη,
να σειέται το φεγγάρι,
τ’ άστρα όσο λικνίζονται,
με περισσή τους χάρη.

Αγάπα με όσο το θες,
με όση αγάπη έχεις,
όσο λιγώνουν τ’ άβγαλτα,
κορίτσια στα όνειρά τους,
ο νους όσο θολώνεται,
στ’ ωραίο τ άγγιγμά τους.

Αγάπα με όσο θαρρείς,
όσο μακριά κι αν μ’ έχεις,
όσο του ανέμου η δύναμη,
της θάλασσας η αρμύρα,
όσο του δειλινού η σιωπή,
στης δύσης την πορφύρα.


Ποιήματα Εκδόσεις "Κέραμος" Δεκέμβρης 1982

Ποιήματα Εκδόσεις "Κέραμος" Δεκέμβρης 1982
Κώστας Παπαποστόλου

Ο Μεγάλος Κύκλος Εκδόσεις "Γαβριηλίδης" 2005

Ο Μεγάλος Κύκλος Εκδόσεις "Γαβριηλίδης" 2005
Κώστας Παπαποστόλου