Πάουλ Τσέλαν

Του κανενός το ρόδο

Ένα Τίποτα
που ανθίζει, υπήρξαμε, είμαστε και
αυτό θα παραμείνουμε:
το Ρόδο του Ανύπαρκτου,
το Ρόδο του Κανενός.

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

ΘΟΥΛΗ ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΝΗΣΙ

ΘΟΥΛΗ είναι ο τίτλος της νέας μου συλλογής ποίησης που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο από τις εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ. 


Η αρχαία Θούλη είναι ένα νησί που αναφέρει ο αρχαίος Έλληνας ερευνητής Πυθέας, ο οποίος ταξίδεψε γύρω στο 325 π.Χ. από τη νότια Ισπανία στη Μεγάλη Βρετανία. Σύμφωνα με τα γραπτά του η Θούλη βρίσκεται στον «ακραίο βορρά», έξι μέρες βόρεια της Βρετανίας. Για το λόγο αυτό, το όνομα της Θούλης συμβολίζει από την εποχή της αρχαιότητας την πιο βόρεια άκρη του κόσμου (λατ. ultima thule).



Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Γιάννης Λειβαδάς: Δύο δοκίμια με την ποίηση*

Η Ποίηση και η Κατάσταση
leivadas-dokimia
H ποίηση είναι προνόμιο. Η γλώσσα φιλοξενεί τον ποιητή. Ο ποιητής οφείλει την αποθέωση. Την εκπαρθένευση, δηλαδή, κάθε τεκμηρίωσης. Και αυτό γιατί ο ποιητικός λόγος βρίσκεται πάντοτε, λίγο ή πολύ, πιο μπροστά από την πιο πρόσφατη ερμηνεία του.
Για να μιλήσουμε για την σύγχρονη ποίηση και την κατάσταση στην Ελλάδα, κρίνεται αναγκαίο να επανέλθουμε, όσο βαρετό και αν είναι, στα απολύτως βασικά ζητήματα που μας έχουν κουράσει τα αυτιά και τα μάτια. Διότι μέσα στην κεκτημένη ταχύτητα του ανθρώπου να βγει μπροστά, αποδείχθηκε πως δεν βαστά η μνήμη του και πως δεν μαθήτευσε επαρκώς στα σημεία και τα τέρατα της γραφής.
Μπορούμε λοιπόν να αναφερθούμε σε ορισμένα γνωρίσματα, καταθέτοντας μία ακόμη, όχι άποψη, αλλά ιδέα για την ποίηση και την κατάσταση, δίχως ουδεμία πρόθεση να εξοστρακιστεί κανείς, ή να λοιδορηθεί το έργο οποιουδήποτε. Η ορμή των σχολιασμών είναι φυσική και δεν στοχεύει σε τραυματισμούς, εξάλλου ένα κείμενο που θα γραφόταν με τέτοια πρόθεση δεν θα ήταν χρήσιμο σε τίποτε.
Πολλά λέγονται και γράφονται για το επίπεδο της ποίησης των ημερών μας, και όλοι οι σχολιαστές δεν εδράζουν τις παρατηρήσεις τους παρά στο πλατό των ορισμών και των διασαφηνίσεων που όλοι συμφωνούμε πως αποδεχόμαστε ως αξία. Παρόλα αυτά δεν κρίνουμε και δεν αντιμετωπίζουμε παρόμοια την ποίηση που γράφεται σήμερα.
Αδιαφορώντας για τα λεγόμενα εκείνων που κάνουν φιλολογικό τουρισμό, απομένουμε με ένα ιδιαιτέρως μικρό σύνολο δημιουργικών σχολιαστών. Έστω μέσα σε αυτό το περιορισμένο πλαίσιο λοιπόν, κυκλοφορούν διαφορετικές εκτιμήσεις για την σύγχρονη ποιητική γραφή. Και υπάρχουν βέβαια και άλλες που δεν έχουν ικανοποιητικά δημοσιοποιηθεί. Μία απ’ αυτές θα προσπαθήσω, παρότι δεν έλκομαι διόλου από τη δοκιμιακή γραφή, να εκθέσω στο παρακάτω κείμενο, χρησιμοποιώντας και ορισμένα αποσπάσματα από δύο μικρά αλλοτινά δοκίμια που έγραψα πριν από χρόνια.
Το φαινόμενο της «κοινής» γλώσσας ή της απουσίας συγκεκριμένων πρωτοβουλιών ανάμεσα στους ποιητές μίας γενιάς, μίας εποχής ή μίας συγκεντρωτικής αξιολόγησης, πώς μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς; Όταν οι ποιητές έχουν εν πολλοίς καταθέσει το ιδίωμα μίας λαβωματιάς από το αγκάθι του ρόδου που έκοψαν, δεν σημαίνει επουδενί πως έχουν δημιουργήσει δική τους ποιητική γλώσσα, πως έγραψαν δηλαδή καινούργια ποίηση. Κι αυτό διότι απλώς επανήλθαν σε προηγούμενες ποιητικές επινοήσεις, ανακυκλώνοντας κάθε περιούσια, ή μη, τυπολατρία. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός πως δεν παράγεται προσωπικό ιδίωμα. Μία γλώσσα δηλαδή μέσα στην οποία ο ποιητής ποντάρει στο ακατόρθωτο. Και ο λόγος δεν είναι άλλος απ’ αυτόν: οι λεγόμενοι ποιητές απλούστατα ποθούν να ξεχάσουν τον εαυτό τους γράφοντας. Πιστεύουν πως «η υπογραφή του ποιητή» θα πάψει εκείνη την σύμβαση που τους επιβάλλει μυστικά την αίσθηση του περιορισμένου, του ασαφούς, της όποιας οδύνης εμποδίζει τον «έτοιμο» άνθρωπο να γευθεί την «άλλη ζωή». 
Πολύ απλά, ο ποιητής δεν μπορεί παρά να διαθέτει, δημιουργικά, μία και μόνη ιδέα, την Προσωπική (του) Γλώσσα, και δεν μπορεί παρά να υποστεί μονάχα την επικράτεια μίας οικουμενικότητας, τίποτε πιο μικρό ή περιορισμένο. Αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση.
leivadas-dokimia2 
Η σχέση των ποιητών με την Παράδοση, για την οποία έχει γίνει αρκετές φορές λόγος, είναι μάλλον ανύπαρκτη. Προφανώς υπάρχει σοβαρή σύγχυση ανάμεσα στην διακειμενικότητα και την παράδοση. Στην Παράδοση ανήκει όποιος της παραδίδει, όχι εκείνος που παραλαμβάνει απ’ αυτήν. Για αυτόν ακριβώς  τον λόγο η ποιητική γραφή ξεπερνά κάθε πολιτισμική, πολιτική, αισθητική, ψυχολογική ή άλλη σύμβαση, ώστε να καταφέρει να αποτελέσει Παράδοση. Η ποίηση, αν θεωρήσουμε πως δρα με κάποιον τρόπο, δεν κάνει άλλο από το να υφίσταται ως Παράδοση μέσα στην ιδέα που χρησιμοποιεί η ίδια για να εδράζει ως Υπερ-αντικείμενο τον εαυτό της. Απόλυτη έκφραση της ποίησης είναι ο ίδιος ο ποιητής.
Διαβάζοντας κανείς έργα νεότερων ποιητών ή και φύλλα δοκιμιακού χαρακτήρα που δημοσιεύουν, διακρίνει το εξής φαινόμενο: η ποίηση αντιμετωπίζεται σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον, που είναι. Η ποίηση όμως είναι πριν και πάνω απ’ όλα μια ειδική σχέση με τη ζωή, με τα πράγματα, είναι μία κατάσταση απόλυτης έκθεσης στο Άλλο. Καθαρή μεταφυσική. Ο ποιητής είναι το σχήμα, ο χώρος της αποδοχής του Άλλου, μέσα στο οποίο εντοπίζεται και υποκινείται το σώμα και ο νους του ποιητή. Στην πραγματικότητα δηλαδή, ο ποιητής όταν γράφει αποτυγχάνει, δεν πετυχαίνει, και δεν απομακρύνεται αλλά επιστρέφει. Αποτυγχάνει και επιστρέφει σε σχέση με το ανέφικτο (impossible). Διότι, κι εδώ χρειάζεται ένα καθαρό χαμόγελο, ποίηση του εφικτού –σαν αυτή που είναι ευρέως διαδεδομένη- δεν υπάρχει.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται μία πρώτη απόδειξη τέχνης ή αποδεικνύεται η απουσία της. Αν η αποτυχία του ποιητή καθώς και η επιστροφή του κρίνονται με βάση κάποια στατική επίγνωση, τότε δεν παράγεται ποίηση. Εξάλλου κάθε επίγνωση, ως γνήσιο τέκνο της συνείδησης, η οποία είναι μία εκ γενετής ψευδαίσθηση, διαθέτει πολύ μικρό σχήμα για να χωρέσει την τέχνη. Η ποίηση χωρά μόνον στο όχημα του Μη-Σχήματος.
Αν η γραφή είναι τροχός (που πράγματι μοιάζει να είναι), δεν παύει ποτέ να περιστρέφεται. Το πιθανό bonus δηλαδή της επιτυχίας όταν η ακίδα σταματήσει τον τροχό στο «Τα παίρνεις όλα» υφίσταται μόνον στην αρρωστημένη φαντασία κάποιων.
Κατά βάθος πρόκειται για τον ανείπωτο πόθο της κοινωνίας να σπάσει τα δεσμά της προσπαθώντας να γίνει μία κοινωνία «ποιητών» , μα όχι μία κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων. Προφανώς διαφεύγει το γεγονός πως ο ποιητής δεν γνωρίζει ούτε την σκλαβιά μα ούτε και την ελευθερία· είναι φαινόμενο προηγμένο και τελεσφόρο σε σχέση με αυτό που ονομάζουμε «κοινωνία».
Καμώνονται λοιπόν ορισμένοι πως ποιητές μας είναι οι διαφημιστές των τραυματισμένων πόθων μας. Φευ! Ο ποιητής είναι πάνω απ’ όλα μια στάση ζωής, μια φυσικότητα που διαρκώς αναδεικνύει δίχως να αναδεικνύεται. Αυτό που πολλοί θεωρούν ποίηση είναι μία άκαμπτη διακόσμηση, δεν συμμετέχει στον ρου της ζωής, δεν αντανακλά στη μνήμη. Δεν μιλάμε συνεπώς για ποίηση. 
leivadas-dokimia3 
Η ποίηση ανήκει αποκλειστικά στο γίγνεσθαι, όχι στο είναι. Ο ποιητής αποτελεί μία άσωτη διαταραχή ανάμεσα στο ατομικό και το κοσμικό στοιχείο – κι αυτήν τη διαταραχή όντας νομοτελειακά πυρσός της εποχής, πρέπει πάση θυσία να μετακενώσει ζώντας και γράφοντας. Μόνο τότε η δουλειά του ποιητή θα ‘χει πετύχει.
Η Μούσα δεμένη στον βράχο του Προμηθέα. Μιλώ σαφέστατα για την πιο σκοτεινή σκληρότητα που μπορεί να χωνέψει η ανθρώπινη συνείδηση. Ο ποιητής αναμετράται με μια δρακόντεια απαίτηση: εκείνη της γλώσσας της ζωντανής που μιλά με τη σοφία της συγχρονικότητας και της αλλοίωσης. Ποίηση είναι εκείνη που στοιχειώνει τον θάνατο, περιφρονεί την ελπίδα και ζει με το αιώνιο βάσανο. Ακόμη κι αν πρόκειται για το minimum της είδησης ενός Νέου Όντος, μ’ αυτό το ασύμφορο θα καταγίνεται υποχρεωμένο το μέλλον. 
Η ποίηση δεν αποτελεί μέρος του διακόσμου του ανθρώπινου σύμπαντος, ούτε και είναι η ιέρεια της εξιλέωσης των πληγών του. Είναι η έσχατη προσομοίωση της καταστροφής και της δημιουργίας του. Βασικό εμπόδιο λοιπόν για την επίτευξη αυτής της προσομοίωσης είναι η ατολμία. Και εννοούμε την ατολμία του πνεύματος να συντελέσει στο ξεπέρασμα της διατύπωσης ώστε το ποίημα να είναι ποίηση και όχι αισθητική τακτοποίηση μίας «διακήρυξης», να είναι Τέχνη. Γιατί μία απλή “διακήρυξη ελευθερίας” του ποιητή είναι κατ’ ουσία ανώφελη.
Απαιτείται μια κάποια δημιουργική υλοποίηση ενός ορισμένου αιτήματος. Η υλοποίηση αυτή είναι η διαφορά, η οποία όμως υφίσταται μόνο ως υπεροχή και όχι ως υποχώρηση (σύμβαση), όπως διατείνονται έμμεσα ορισμένοι, και ευλογούν οι διακεκριμένοι «πατέρες» της γραφής.
Εκεί λοιπόν που κάποιοι αναγνωρίζουν τον ερχομό μίας νέας ποιητικής γενιάς με αναθεωρημένη προβληματική, υπάρχουν και άλλοι που δεν διακρίνουν παρά καρικατούρες που περιφέρονται με κάποιο «χρίσμα» ικανοποιώντας την ανούσια ματαιοδοξία τους. Βλέπουν τα αποτελέσματα των διατυπώσεων εκείνων που τόσο άστοχα έβαλαν μεγάλο σημάδι στη «γενιά του ‘30(;)», άφησαν ένα τεράστιο κενό ανάμεσα, και ξανασημάδεψαν εντελώς αυθαίρετα στη «γενιά του ‘80(;)», η οποία έφερε με τη σειρά της στον κόσμο μία φουρνιά νεότερων ποιητών, τους σημερινούς,  που λογοπαικτούν με το απόκομμα της πρόωρης συνταξιοδότησής τους.
Η «νέα γενιά ποιητών» πιστεύω πως δεν είναι υποχρεωτικά αυτή που παρουσιάζεται ως τέτοια. Υπάρχουν σοβαροί ποιητές που δεν έχουν αναγνωριστεί ούτε και εκτιμηθεί επίσημα, βρίσκονται κάπου πιο απόμερα. Εκεί που οι μηχανισμοί τεχνητού φωτός των κριτικών, των ακαδημαϊκών και των επαϊόντων δεν καταφέρνουν να λάμψουν. Ποτέ άλλωστε δεν το κατάφεραν. 
Οι πραγματικοί ποιητές γνωρίζουν πως αυτό που εξακολουθεί είναι ένα και απαράλλακτο, η διερώτηση μίας Απολύτου Υπάρξεως, το ζήτημα της πίστης στο Ιερό. Κάθε διαφοροποίηση αυτού του φαινομένου είναι κι ένας μανδύας του αδιαφοροποίητου. Όλες οι πτώσεις των μανδυών είναι η ιστορία της ποίησης· γραμμένη από όσους επιδόθηκαν στην έκδυση, στην κορύφωση. Κορυφαίο είναι το εντελώς απρόβλεπτο που προκύπτει από την εσκεμμένη απαλλαγή του ποιητικού λόγου από την προφανή ισορροπία και την φαινομενική στρατηγική του.
Μα εδώ τα χέρια ιδρώνουν και ο ίσκιος χάνεται κάτω απ’ τα πόδια, διότι: με τι καταγίνεται κανείς όταν λέει πως είναι ποιητής; Με την προγύμναση μπροστά στην επερχόμενη εξαφάνιση ή με την έσχατη επιβεβαίωση; Πρόκειται για λαχτάρα «άλλων κόσμων», για «εξαγνισμένη λησμονιά», για απόθεση κορώνας σε κάποιο υψηλό μέλημα;
leivadas-dokimia4 
Ας ακουστεί κι αυτή η άποψη λοιπόν: ο ποιητής λειτουργεί ως αυθέντης, ως διάνοια που διαβλέπει και συνιστά· φέρνει τον κόσμο σε μία νέα αφετηρία της οποίας τα στοιχεία τα κατέχει και τα εξουσιάζει ως «μονάρχης ιδίω δικαίω» όπως θα έλεγε και ο Έμερσον. Προτείνει στον κόσμο νέες αντιληπτικές εμπειρίες και κρίνει πως ο άνθρωπος οφείλει να αποκαλυφθεί, πως ο άνθρωπος έχει μείνει τραγικά πίσω, και πως ακόμη και αν ο ποιητής στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, ή και πάνω από το ύψος αυτό, ο άνθρωπος έχει επικίνδυνα αδυνατίσει στο εσωτερικό του για να δεχθεί τη δική του συνδρομή. Και για αυτό ευθύνη του ποιητή είναι να μεταβάλλει τον κόσμο και όχι να πορεύεται σύμφωνα με την συντονισμένη πρόσληψη. Ο ποιητής καταφέρνει να μην υποταχτεί στην ανθρωπότητα, αναλαμβάνοντας το βάρος της συλλογικής της πτώσης. Είναι ο ερχόμενος άνθρωπος, όχι το ανθρωπάριο που υποτιμά την ύπαρξη, το οποίο τανύζεται μεταξύ αυτο-προσδιορισμού και κοινωνικού φαίνεσθαι.
Η εναργής μυθολογία του προσωπικού θανάτου που δημιουργεί ψηφίδα-ψηφίδα την εικόνα της ποίησης από μέσα μας, βρίσκεται στα αζήτητα. Η ποίηση πέφτει όλο και πιο χαμηλά μέσα στον κάδο της τυποποίησης του ορθού λόγου, ειδικά όταν παρασύρεται από κατήφεια και μετατρέπεται σε απλή ανάγκη να καταγραφεί. Πόσοι από τους νέους ποιητές και τις νέες ποιήτριες δεν γράφουν με το καρμπόν της «θλίψης»; Καθώς και οι περισσότεροι από τους «καταξιωμένους» ποιητές και τις ποιήτριες που από καιρό θεωρούνται οι κορυφαίοι μας;
 Η ποίηση ακριβώς επειδή είναι (μετα)φύση, δεν είναι άλλο από μία διαρκής παρουσία. Νόημά της είναι η ίδια της η ύπαρξη. Η ποίηση ασχολείται με κάτι που δεν γίνεται διανοητικά να ολοκληρωθεί. Το Κενό. Την άληκτη διερώτηση για την κεντρική αλήθεια των πραγμάτων και των ορίων που υποβάλλονται για να καταργούνται. Η ποίηση δρα αδιάφορα ή ενάντια στις γενικές δυνατότητες, είναι εξαιρετική ειδίκευση, αποτελεί δε μέρος του απόλυτου υπερ-Αντικειμένου και δεν προβληματίζεται με τη θέση της διότι είναι η απόλυτη έκφραση εκείνου. Προβληματίζεται όμως με τις εκδοχές του.
Για αυτό λοιπόν, ο ποιητής δεν γράφει με το ταλέντο (το ξεπερνά), γράφει με την απώθηση της ευκολίας και της επισήμανσης. Ο ποιητής βαδίζει στο πουθενά. Το ποιητικό έργο ορίζεται από την ποιητική σύσταση του δημιουργού, από την ποιητική δύναμη που τον καθιστά ποιητή. Γιατί η ποίηση ξεκινά από την πρωτοβουλία να την πραγματώσει κανείς, και όχι από την κάψα να «γίνει» ποιητής.
Η ποίηση είναι εκείνη η δύναμη συνοχής του πνεύματος και του σώματος του ποιητή, η οποία καταλήγει κάθε φορά που γράφεται στο χαρτί. Όργανο της ποίησης δεν είναι το ποίημα, είναι ο ποιητής. Στην πραγματικότητα τα ποιήματα είναι παράσιτα αυτής της συντέλεσης. Η ποίηση όταν κυκλοφορεί σε έντυπη μορφή είναι πλέον νεκρή. Το ποίημα είναι στο εξής ένα κηδειόσημο· παρόλα αυτά, λέει πολλά. Ο αναγνώστης και ο επίδοξος ποιητής, οφείλουν να εγείρουν τη δική τους δυνατότητα ποίησης από την αναγγελία θανάτου, λαμβάνοντας γνώση τόσο από το γεγονός της τοιχοκόλλησης, όσο και απ’ όσα γράφτηκαν στο χαρτί.
Ο πραγματικός ποιητικός λόγος αδιαφορεί μπροστά στην διαβόητη «ανάσταση», στην περίπτωσή μας δηλαδή, την τεκμηρίωση μίας ποιητικής Φανέρωσης, πολύ απλά γιατί τίποτα δεν έχει πεθάνει, παρά μόνο ο ποιητής. Ο ποιητής (ήτοι η ποίηση) είναι ο Νεκρός (ο αληθινός Φανερωμένος). Το ανήκουστο και αέναο της δυνατότητας Να Είναι.
Σχετικά Θέματα

Γιάννης Λειβαδάς: Δύο δοκίμια με την ποίηση*

  • Αναδημοσίευση από το 4ο τεύχος της λογοτεχνικής επιθεώρησης “Κουκούτσι”, Ιούνιος 2011
koukoutsi-1
Περισσότερα για τον Γιάννη Λειβαδά στην ιστοσελίδα του
http://livadaspoetry.blogspot.fr  

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Τι είναι ποίηση;

Η ποίηση είναι ανάπτυξη ενός επιφωνήματος
Βαλερύ
Η ποίηση είναι η αναζήτηση του ανεξήγητου
Στήβενς
Η ποίηση είναι το άλλο πρόσωπο της υπερηφάνειας.
Οδυσσέας Ελύτης
Η ποίηση είναι σαν ένα πουλί, αγνοεί όλα τα σύνορα.
Yevgeny Yevtushenko
Η ποίηση είναι μια αρρώστια του μυαλού.
Alfred de Vigny
Ποίηση είναι να κατοικείς έξω από τη μέρα
Jorge Mijos
Η ποίηση αρχίζει πάντα, όταν κάποιος που πρόκειται να γίνει ποιητής, διαβάζει ένα ποίημα.
Μίλτον
Η ποίηση είναι μια λύτρωση ατομική - αν όχι ανάδειξη. Μπορείς μιαν άκρη μόνο της αλήθειας να σηκώσεις, να ρίξεις λίγο φως στην πλαστογραφημένη σου ζωή
Τίτος Πατρίκιος
Η ποίηση μας δημιουργεί την εντύπωση, όχι πως ανακαλύψαμε κάτι καινούργιο, αλλά πως θυμηθήκαμε κάτι που είχαμε ξεχάσει.
Μπράντλεϋ
Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
Καρυωτάκης
Η ποίηση είναι ένας φασιανός που χάνεται στους θάμνους
Στήβενς
Η ποίηση έχει σώμα ζεστό κι ολοζώντανο και το αίμα της κυκλοφορεί όπως το όνειρο στον ύπνο και στις φλέβες.
Νόρα Αναγνωστάκη
Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.
Σεφέρης
Η ποίηση υπαγορεύεται από ένα δαιμόνιο, αν και θα ήταν υπερβολή να το χαρακτηρίσει κανείς αγγελικό.
Ζεζλάβ Μίλοζ
Η ποίηση δεν είναι παρά ένας μεγεθυντικός φακός της πραγματικότητας. Η μεγέθυνση των αληθινών διαστάσεων του ανθρώπου και του κόσμου που μας περιβάλλει, μπορεί να μας μεταδώσει την αίσθηση του μεγαλείου της ζωής την οποία είμαστε έτοιμοι να καταστρέψουμε.
Νικηφόρος Βρεττάκος
Η ποίηση είναι έκφραση, αν ένας στίχος είναι έκφραση, αν καθένα από τα μέρη που απαρτίζουν ένα στίχο, κάθε μία λέξη, είναι εκφραστικά μόνα τους.
Κρότσε
Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.
Αναγνωστάκης
Η ποίηση είναι δυο θαμποί προβολείς μες στην ομίχλη, ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη ζω.
Αναγνωστάκης
Η ομορφιά καραδοκεί. Αν είμαστε ευαίσθητοι, θα την αισθανθούμε μέσα στην ποίηση όλων των γλωσσών.
Μπόρχες
Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.
Εμπειρίκος
Η ποίηση είναι χαρταετός που ξέφυγε απ' τα χέρια παιδιού.....πεταλούδα που γλιτώνει απ' τη φωτιά..... νύχτα στρωμένη τσιγάρα λέξεις …
Θωμάς Γκόρπας
Η ποίηση αρχίζει με την επίγνωση εκ μέρους μας όχι της Πτώσης, αλλά του ότι πέφτουμε.
Μπλουμ
'Οταν διαβάζουμε ένα καλό ποίημα, φανταζόμαστε πως κι εμείς θα μπορούσαμε να το έχουμε γράψει, πως το ποίημα προϋπήρχε μέσα μας.
Μπόρχες
Η ποίηση ένα πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό.
Πλάτων
Η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση. Δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα.
Έλιοτ
Εκείνος που γράφει ποιήματα είναι ακριβώς εκείνος που περνά άφοβος από νεκροταφείο νύχτα.
Νίκος Καρούζος
Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες όπου η ζωή χορεύει
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
Η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης.
Πάουντ
Η ποίηση είναι σκέψεις που αναπνέουν, και λέξεις που καίνε.
Edgar Allan Poe
Ποίηση είναι όταν ένα συναίσθημα έχει βρει τη σκέψη του και όταν η σκέψη έχει βρει τις λέξεις της.
Robert Frost
Ένα ποίημα αρχίζει με απόλαυση και τελειώνει σε σοφία.
Robert Frost
Ένας ποιητής πρέπει να αφήνει ίχνη του περάσματός του, όχι αποδείξεις.
Γουάλλας Στίβενς
Το ποίημα αναγγέλει τον θάνατο του ποιητή την εξορία του ενικού αριθμού
Τάσος Κουράκης
Η ποιότητα ενός μεγάλου ποιητή είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση.
Κόλεριτζ ή Ντε Κουίνσυ
Αν κάποιος μάθει καλά ελληνικά, μπορεί να βρει σχεδόν "ολόκληρη την ποίηση" στον Όμηρο.
Πάουντ
Είναι παράξενο πως γράφει κανείς ποιήματα.
Σεφέρης
Οι ποιητές όλων των εποχών έλαβαν μέρος στη συγγραφή ενός Μεγάλου Ποιήματος αενάως εν εξελίξει.
Σέλλεϋ
Στην ίδια την ουσία της ποίησης υπάρχει κάτι το απρεπές: Φανερώνονται πράγματα που δεν ξέραμε πως τα κρύβαμε μέσα μας και τρομάζουμε σα να είχε ξεπηδήσει μια τίγρης και στεκόταν μπροστά μας στο φως τινάζοντας την ουρά της.
Σέσλαβ Μίλοζ
Όλη η ποίηση είναι  πειραματική.
Στήβενς
Οι λέξεις φταίνε... αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν' αρχίσουν να συμβαίνουν..
Κική Δημουλά
Η ποίηση είναι η αιτία που φθείρει το κάθε τι από το μη είναι στο είναι.
Πλάτωνας
Η ζωγραφική είναι σιωπηλή ποίηση, και η ποίηση είναι ζωγραφική που μιλάει.
Σιμωνίδης
"Διο ευφυούς η ποιητική εστιν ή μανικού. Τούτων γαρ οι μεν εύπλαστοι οι δε εκστατικοί εισίν".
(Η τέχνη της ποίησης είναι έργο του προικισμένου μάλλον παρά του μανικού καλλιτέχνη, γιατί ο πρώτος είναι ο επιδέξιος μιμητής, ενώ ο δεύτερος κατέχεται από ενθουσιασμό και του λείπει η ψυχική ηρεμία).
Αριστοτέλης

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Γκέρχαρντ Φάλκνερ: "Σίγουρα η ποίηση δεν θ' αλλάξει πολλά, ωστόσο θα δώσει προοπτική στον κόσμο"

Τη νύχτα που έπεσε το Τείχος/ τα μάτια μου ήταν/ πολύ μικρά, για να τα προσέξει/ η παγκόσμια ιστορία.
Συνέντευξη στον Βασίλη Ρούβαλη

Είναι η στερεότυπη αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ της ποίησης σε διάφορες γλώσσες; Πόσο γνωρίζουν οι γερμανόφωνοι τη σύγχρονη ελληνική ποίηση και αντίστροφα; Ο Γερμανός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και δοκιμιογράφος Γκέρχαρντ Φάλκνερ κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι κι απαντάει με νόημα: "Διάβασα ποιήματά μου στον χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς, στην Πλάκα. Κυριολεκτικά εκτοξεύτηκαν σ' αυτό το περιβάλλον. Ήταν η πιο έντονη ποιητική εμπειρία που είχα ποτέ έως τώρα". Αναφέρεται στην εκδήλωση που οργανώθηκε για εκείνον, κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα με αφορμή τους εορτασμούς για τα 60 χρόνια παρουσίας του Ινστιτούτου Γκαίτε στην ελληνική πολιτιστική ζωή. Ο ίδιος φαίνεται ότι δεν γνωρίζει πολύ καλά τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Δικαίως, καθώς η λογοτεχνική δημιουργία της χώρας δεν βρίσκει διαύλους ή ανταπόκριση σε ξενόγλωσσες αγορές, πέραν μεμονωμένων περιπτώσεων.
Στον γερμανόφωνο κόσμο, πάντως, ο 61χρονος Βαυαρός δημιουργός έχει ξεχωρίσει ως μια ιδιότυπη λογοτεχνική περσόνα, με κυρίαρχη την ειρωνεία όσο και τη στοχαστική διάθεση ανάμεσα στις λέξεις του, αλλά και ως μια προσωπικότητα ενεργή στα κοινωνικά και πολιτικά προτάγματα της εποχής. Δεν διστάζει να χρησιμοποιεί την πρόκληση στους στίχους του: αναφέρεται στη δυναμική του παρόντος και το διαχωρίζει από την καθημερινότητα, γράφει για την ανθρώπινη κατάσταση χωρίς λυρισμό, αλλά με βαθιά τρυφερότητα για το άτομο στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, τον ενδιαφέρει η στοχαστική επικοινωνία παρά η εκφορά ενός εύκολου-γρήγορου μηνύματος.
Ο αναγνώστης του αντιλαμβάνεται αυτή τη διάθεση αποτύπωσης, ερμηνείας, προοπτικής. Κάτι που γίνεται ακόμα πιο συγκεκριμένα στη συλλογή του "Πόλη αμφίδρομης επικοινωνίας - Ground Zero" που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης (δίγλωσση, σειρά "Μεταφορές", μτφρ.: Μαρίνα Αγαθαγγελίδου). Επιδίωξή του αποτελεί η χαρτογράφηση του ατομικού και του συλλογικού στην ιστορική εξέλιξη του προηγούμενου αιώνα, η ερμηνεία του εκρηκτικού μείγματος γεγονότων και προσωπικών εμπειριών από αυτά τα γεγονότα, σε τέτοια εναλλαγή. Κι ακόμη, ανάμεσα στους στίχους αυτής της ποιητικής σύνθεσης ελλοχεύει ο αναστοχασμός της ποιητικής έκφρασης. Ο ποιητής χρησιμοποιεί τη στέρεη βάση της γερμανικής ποιητικής παράδοσης (κυρίως τον Ρίλκε και τον Χέλντερλιν) μπολιάζοντάς τη με τη δική του απελευθερωμένη, προοδευτική ιδιοσυγκρασία.
Ο γλωσσικός πλούτος του (που εύστοχα δοκιμάστηκε στη μεταφορά του στην ελληνική γλώσσα από τη Μαρίνα Αγαθαγγελίδου) είναι εμφανής. Όπως επίσης η κρίσιμη χρήση της ειρωνείας, η χαμηλών τόκων μελαγχολία, η σύγχρονη εκφραστική αμεσότητα, τα διαδικτυακά σύμβολα επικοινωνίας, δεδομένα με τα οποία διαμορφώνει ένα δικό του, πρωτότυπο ποιητικό πλέγμα.
Στον πρώτο στίχο "Κοιμήθηκα ελάχιστα/ αυτόν τον αιώνα" ο Φάλκνερ δηλώνει έμπρακτα την ανήσυχη ματιά του για τα προηγούμενα και για τα έποντα: "Δεν ξέρω αν είμαι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος για τον 21ο αιώνα. Έχει άραγε ξεκινήσει; Το σίγουρο είναι ότι κάθε τέλος ορίζει μια αρχή, στην Ιστορία".
Εφόσον τα πάθη του προηγούμενου αιώνα υφίστανται, μετά τους δύο παγκοσμίους πολέμους, ο νέος αιώνας υποτίθεται ότι θα προτείνει την ελπίδα. "Ετούτο μπορεί να συμβεί μέσα από την ποίηση. Είναι σίγουρο ότι δεν θα αλλάξει πολλά, ωστόσο η ποίηση θα δώσει μια προοπτική στον κόσμο. Για να επιτευχθεί αυτό, οφείλουμε να προσεγγίσουμε εκ νέου τη γλώσσα. Διότι η γλώσσα είναι το εργαλείο της ποίησης, εκείνης που θα πλάσει μια νέα εκφραστική για τον σύγχρονο άνθρωπο".
Ο ποιητικός λόγος, ωστόσο, αντιμετωπίζει την τεχνολογική ευκολία της εποχής. Το θυμικό επηρεάζεται από τη γρήγορη εικόνα, το σύμβολο είναι ένα σημάδι εντός της οθόνης, η πραγματικότητα είναι μη πραγματικότητα ιδωμένη μέσα από χιλιάδες όμοια πίξελ. Έχει την απάντηση για τους ποιητές, λέγοντας ότι το έργο τους είναι κατά βάση πολιτικό:
"Οι νέες τεχνολογίες κοστίζουν, απαιτούν ενέργεια. Ο ποιητής διαθέτει το προνόμιο της δημιουργίας ενός εσωτερικού μονολόγου - αυτή την απαραίτητη υπαρξιακή συνθήκη για να υφίσταται το άτομο, να πορεύεται στον ιστορικό χρόνο. Η ανθρώπινη κατάσταση απαιτεί σκέψη και έκφραση, όχι αποκλειστικά επικοινωνία. Είναι το δίπολο που αδυνατεί να καλύψει ο 'homo technologicus', σε αντίθεση βεβαίως με τον ποιητή".
Ο ίδιος δηλώνει σαφώς προβληματισμένος για το παρόν. Γράφει χαρακτηριστικά σ' ένα απόσπασμα της συλλογής: "Οπλίστηκα απέναντι στην ομορφιά/ απέναντι στη φύση/ κι απέναντι στο σχέδιο του πνεύματος/ να επιχρυσώσει την conditio humana". Είναι ένα αρνητικό σχόλιο, λέει, "διότι πιστεύω ότι η ανθρώπινη συνθήκη δεν επηρεάζεται από την ποίηση. Ίσως μπορεί να θέσει ερωτήματα για την ιδεολογία, την κοινωνία, την αντίληψη του ατόμου. Αλλά όμως, η ποίηση περιορίζεται στην αποτύπωση της διαδικασίας μεταλλαγής της ανθρώπινης συνθήκης...".
Ζώντας για χρόνια στο εξωτερικό, ο Φάλκνερ έχει εξασκήσει τη ματιά του σε πρόσωπα και τοπία. Δηλώνει ενδιαφέρον για την επιμονή των Ελλήνων να παραμένουν ζωντανοί στην παρούσα φάση: "...τουλάχιστον οι άνθρωποι με τους οποίους έχω συναντηθεί στην Αθήνα, άνθρωποι των τεχνών κυρίως, φαίνεται ότι δεν το βάζουν κάτω. Διακρίνω μια υπόγεια και εκκολαπτόμενη πολιτισμική κατάσταση εδώ, έναν παλμό που αποτυπώνεται σε καλαίσθητες εκδόσεις βιβλίων, σε ωραία βιβλιοπωλεία και άλλα καλλιτεχνικά στέκια της πόλης. Οι άνθρωποι προσπαθούν να είναι γελαστοί...".
Αναπόφευκτα, η μισή Ευρώπη μισεί τη Γερμανία αυτή τη στιγμή. "Πώς αντιμετωπίζεται αυτό το φαινόμενο από τους ίδιους τους Γερμανούς διανοουμένους;", τον ρωτάμε. "Δεν μπορώ να δώσω απαντήσεις για τα οικονομικά και τις επιπτώσεις τους στη σημερινή Ευρώπη. Όλα όμως είναι τόσο περίπλοκα για όλους μας. Φυσικά, υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, αυτό το πολιτικό παιχνίδι που παίχθηκε εναντίον της Ελλάδας είναι απαίσιο. Στη λογοτεχνική διαδρομή μου έχω υπάρξει αιρετικός. Και είμαι εξ αρχής κριτικός απέναντι στη Γερμανία, την πάλαι ποτέ του ναζισμού όσο και τη σύγχρονη. Η αγάπη προς την πατρίδα μου δεν αναιρεί την αμφισβήτηση και την ειρωνεία σε πολλά πράγματα...".
Πηγή: Αυγή

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Καλή Χρονιά και Χρόνια Πολλά


Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Αν Σέξτον, Ο θάνατος της Σύλβια

Ο θάνατος της Σύλβια 
στη Σύλβια Πλαθ

Ω Σύλβια, Σύλβια
μ' ένα φέρετρο λίθων και κουταλιών
με δυο παιδιά, δυο μετεωρίτες
περιπλανώμενα σαν τ' αδέσποτα στο λιλιπούτιο δωμάτιο των παιχνιδιών,
με το στόμα σου μέσα στο σεντόνι,
στης στέγης το δοκάρι, στη βουβή προσευχή,
(Σύλβια, Σύλβια,
πού πήγες
αφότου μου 'γραψες
από το Ντεβονσάιρ
για την καλλιέργεια των πατατών
και τα μελίσσια;)
τι περίμενες,
πώς ακριβώς ξάπλωσες μέσα;
Κλέφτρα! -
πώς σύρθηκες εντός,
σύρθηκες κάτω ολομόναχη
μέσα στον θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσον καιρό επιθύμησα
ο θάνατος που είπαμε πως κι οι δυο ξεπεράσαμε
αυτός που φορέσαμε στα λιπόσαρκα στήθια μας
αυτός που τόσο συχνά συνομιλήσαμε κάθε φορά
που κατεβάσαμε τρία διπλά ντράι Μαρτίνι στη Βοστώνη,
ο θάνατος που ειπώθηκε από ψυχαναλυτές και θεραπείες
ο θάνατος που ειπώθηκε σαν νύφες με σκευωρίες,
ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του,
τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη;
(Στη Βοστώνη
η θανάσιμη
βόλτα με ταξί,
ναι, θάνατος ξανά,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας).
Ω Σύλβια, θυμάμαι τον νυσταγμένο ντράμερ
που πάλλεται πάνω στα μάτια μας με μια παλιά ιστορία,
πόσο θέλαμε να τον προσκαλέσουμε
σαν έναν σαδιστή ή μια αδερφή της Νέας Υόρκης
να κάνει τη δουλειά του,
μια αναγκαιότητα, ένα άνοιγμα στον τοίχο ή μια φάτνη,
και από εκείνον τον καιρό περίμενε
κάτω απ' τις καρδιές μας, το ερμάριό μας,
και τώρα βλέπω πως τον διαφυλάξαμε
χρόνο με τον χρόνο, παλιές αυτοκτονίες
και ξέρω απ' τις ειδήσεις για τον θάνατο σου,
μια φρικτή γεύση αυτό, σαν τ' αλάτι.
(Και εγώ,
εγώ επίσης.
Και τώρα, Σύλβια,
ξανά εσύ
ξανά με θάνατο,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας).
Και λέω μόνο
με τα χέρια μου τεντωμένα μέσα σ' εκείνο το πέτρινο μέρος,
τι είναι ο θάνατος σου
παρά ένα παλιό βιος,
ένα μόριο που έπεσε
από κάποιο σου ποίημα;
(Ω φιλενάδα,
ενόσω το φεγγάρι είναι κακό
και ο βασιλιάς έχει φύγει
και η βασίλισσα είναι σε πλήρη αδιέξοδο
ο μεθύστακας είναι πρέπον να τραγουδήσει!)
Ω μικροσκοπική μητέρα,
εσύ επίσης!
Ω αστεία δούκισσα!
Ω ξανθό πράγμα!

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Βύρων Λεοντάρης - Χωρίς τίτλο

Βύρων Λεοντάρης

Χωρίς τίτλο (I)

Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον/βιβλία. Ἀθῆναι χ.χ.

Ι
Οἱ μέρες μου ὅλες λάθος μετρημένες
σὲ τσακισμένα δάχτυλα καὶ καταφαγωμένα
καθὼς χυμοῦσε πάντα πάνω μου τὸ λυσσασμένο τίποτε τῆς ζωῆς

Δὲν ἔχω χρόνο πιὰ
μὲ ἐγκαταλείπουν
οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια
Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
κι ἡ ἄμπωτη ἀπ' τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«... τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις...»
ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
μέσα σ' αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου

Πῶς τὸν καιρὸν ἐν ἀτοπήμασιν ἐβιότευσα ρεμβόμενος...
Μαρτύρια πάνω στὰ μαρτύρια
καὶ κρίματα πάνω στὰ κρίματα
χρεωκόπος τοῦ καιροῦ ἀσύγγνωστος
καὶ φτάνει τώρα ξαφνικὰ τὸ μήνυμα ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει...
Νὰ τὸν προφτάσω πρέπει, ἀνάγκη πᾶσα
τώρα, σ' αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου κι ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει
νὰ τὸν προφτάσω κι ἂς μὴ τὸν προφταίνω πιὰ
νὰ ξεκινήσω ἀμέσως... ἀπὸ ποῦ γιὰ ποῦ
σὲ μία κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
-ἔτσι τὰ βρίσκει ὅταν ἔρχεται τὸ μήνυμα
ἔτσι ὅπως πρὶν ἀπὸ μετοίκηση μὲς σ' ἔξαλλα δωμάτια
σκόρπια χρειώδη καὶ ἄχρηστα εὐτελῆ καὶ τιμαλφῆ ἐνθύμια καὶ φυλαχτὰ
φτωχὲς παρηγοριὲς τῆς καθημερινῆς ἁφῆς καὶ τῆς χαμοζωῆς μας
ἀπελπισία τοῦ τί νὰ πάρεις τί ν' ἀφήσεις
ἀπελπισία του νὰ σὲ νοιάζει ἀκόμη τί νὰ πάρεις τί ν' ἀφήσεις...-
σὲ μιὰ κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
σ' αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου
κι εἶμαι στὸ πουθενὰ
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μιᾶς γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«... τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις...»

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

Οδυσσέας Ελύτης


εικ1.gifΟ Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996), φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη του Παναγιώτη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του '30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, γνωστός για τα ποιητικά του έργα Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.
Νεανικά χρόνια
Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από το χωριό Καλαμιάρης της Μυτιλήνης και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Ηρακλείου από το 1895, όταν σε συνεργασία με τον αδελφό του ίδρυσε ένα εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας. Το παλαιότερο όνομα της οικογένειας Αλεπουδέλη ήταν Λεμονός, το οποίο αργότερα μετασχηματίστηκε σε Αλεπός. Η μητέρα του καταγόταν από τον Πάπαδο της Μυτιλήνης.
Το 1914, ο πατέρας του μετέφερε τα εργοστάσιά του στον Πειραιά και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. O Οδυσσέας Ελύτης εγγράφτηκε το 1917 στο ιδιωτικό σχολείο Δ.Ν. Μακρή, όπου φοίτησε για επτά χρόνια, έχοντας μεταξύ άλλων δασκάλους τους ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο και ο Ι.Θ. Κακριδή. Τα πρώτα καλοκαίρια της ζωής του πέρασαν στην Κρήτη, στη Μυτιλήνη και στις Σπέτσες. Το Νοέμβριο του 1920, μετά την πτώση του Βενιζέλου, η οικογένειά του αντιμετώπισε διώξεις, με αποκορύφωμα τη σύλληψη του πατέρα του, εξαιτίας της προσήλωσής της στις βενιζελικές ιδέες. Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε στενές σχέσεις με την οικογένεια και είχε φιλοξενηθεί συχνά στην οικία της στο κτήμα του Ακλειδιού. Το 1923 ταξίδεψε οικογενειακώς στην Ευρώπη, επισκεπτόμενος την Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Στη Λωζάνη ο ποιητής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Το φθινόπωρο του 1924 εγγράφτηκε στο Γ' Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και συνεργάστηκε στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Όπως ο ίδιος ομολογεί (πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία δίνει ο Ελύτης στο βιβλίο του Ανοιχτά Χαρτιά) πρωτογνώρισε τη νεοελληνική λογοτεχνία, αυτός ο θρεμμένος με παγκόσμια έργα του πνεύματος, που ξόδευε όλα του τα χρήματα αγοράζοντας βιβλία και περιοδικά. Εκτός από την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε ενεργά με ορειβατικές εκδρομές στα βουνά της Αττικής και αντιδρώντας στη διάθεσή του για διάβασμα στράφηκε στον αθλητισμό. Ακόμη και τα βιβλία που αγόραζε, έπρεπε να έχουν σχέση με την ελληνική φύση: Καμπούρογλου, Κ.Πασαγιάννης, Στ. Γρανίτσας, κι ένας τρίτομος «Οδηγός της Ελλάδος». Την Άνοιξη του 1927 μία υπερκόπωση και μία αδενοπάθεια τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τις φίλαθλες τάσεις του καθηλώνοντας τον στο κρεβάτι για περίπου τρεις μήνες. Ακολούθησαν ελαφρά συμπτώματα νευρασθένειας και περίπου την ίδια περίοδο στράφηκε οριστικά προς τη λογοτεχνία, γεγονός που συνέπεσε με την εμφάνιση αρκετών νέων λογοτεχνικών περιοδικών όπως η Νέα Εστία και τα Ελληνικά Γράμματα.
Το καλοκαίρι του 1928 πήρε το απολυτήριο του γυμνασίου με βαθμό 73/11. Μετά από πιέσεις των γονέων του, αποφάσισε να σπουδάσει χημικός, ξεκινώντας ειδικά φροντιστήρια για τις εισαγωγικές εξετάσεις του επόμενου έτους. Την ίδια περίοδο ήρθε σε επαφή με το έργο του Καβάφη και του Κάλβου ανανεώνοντας τη γνωριμία του με τη θελκτική αρχαία λυρική ποίηση. Παράλληλα ανακάλυψε το έργο του Πωλ Ελυάρ και των Γάλλων υπερρεαλιστών, που επέδρασαν σημαντικά στις ιδέες του για τη λογοτεχνία, σύμφωνα με τον ίδιο: «...μ' ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση».

Λογοτεχνία

Κάτω από την επίδραση της λογοτεχνικής του στροφής, παραιτήθηκε από την πρόθεση να ασχοληθεί με τη χημεία και το 1930 εγγράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Όταν το 1933 ιδρύθηκε η Ιδεοκρατική Φιλοσοφική Ομάδα στο πανεπιστήμιο, με τη συμμετοχή των Κ. Τσάτσου, Π.Κανελλόπουλου, του Ι. Θεοδωρακόπουλου και του Ι.Συκουτρή, ο Ελύτης ήταν ένας από τους εκπροσώπους των φοιτητών, συμμετέχοντας στα "Συμπόσια του Σαββάτου" που διοργανώνονταν. Την ίδια εποχή μελέτησε τη σύγχρονη ελληνική ποίηση του Καίσαρος Εμμανουήλ (τον Παράφωνο αυλό), την συλλογή Στου γλιτωμού το χάζι του Θεοδώρου Ντόρου, τη Στροφή (1931) του Γιώργου Σεφέρη και τα Ποιήματα (1933) του Νικήτα Ράντου. Με ενθουσιασμό, συνέχισε παράλληλα τις περιπλανήσεις του στην Ελλάδα, τις οποίες περιγράφει ο ίδιος: "Πιονιέροι αληθινοί, μέρες και μέρες προχωρούσαμε νηστικοί και αξύριστοι, πιασμένοι από το αμάξωμα μιας ετοιμοθάνατης Σεβρολέτ, ανεβοκατεβαίνοντας αμμολόφους, διασχίζοντας λιμνοθάλασσες, μέσα σε σύννεφα σκόνης ή κάτω από ανελέητες νεροποντές, καβαλικεύαμε ολοένα όλα τα εμπόδια και τρώγαμε τα χιλιόμετρα με μιαν αχορταγιά που μονάχα τα είκοσί μας χρόνια και η αγάπη μας γι αυτή τη μικρή γη που ανακαλύπταμε, μπορούσαν να δικαιολογήσουν".
Την ίδια περίοδο συνδέθηκε στενότερα με τον Γιώργο Σαραντάρη (1908-1941), ο οποίος τον ενθάρρυνε στις ποιητικές του προσπάθειες, όταν ακόμα ο Ελύτης ταλαντευόταν σχετικά με το αν έπρεπε να δημοσιεύσει τα έργα του, ενώ τον έφερε σε επαφή και με τον κύκλο των Νέων Γραμμάτων (1935-1940, 1944). Το περιοδικό αυτό, με διευθυντή τον Αντρέα Καραντώνη και συνεργάτες παλιούς και νεότερους αξιόλογους Έλληνες λογοτέχνες (Γιώργος Σεφέρης, Γεώργιος Θεοτοκάς, Άγγελος Τερζάκης, Κοσμάς Πολίτης, Άγγελος Σικελιανός κ.ά.), έφερε στην Ελλάδα τις σύγχρονες δυτικές καλλιτεχνικές τάσεις και γνώρισε στο αναγνωστικό κοινό κυρίως τους νεότερους ποιητές, με τη μετάφραση αντιπροσωπευτικών έργων τους ή με άρθρα κατατοπιστικά για την ποίησή τους. Έγινε το πνευματικό όργανο της γενιάς του '30 που φιλοξένησε στις στήλες του όλα τα νεoτεριστικά στοιχεία, κρίνοντας ευνοϊκά και προβάλλοντας τις δημιουργίες των νέων Ελλήνων ποιητών.

Νέα Γράμματα

εικ4.jpgΌπως ο Ελύτης αναγνωρίζει, το 1935 στάθηκε μια ιδιαίτερη χρονιά στην πνευματική πορεία του. Τον Ιανουάριο κυκλοφόρησε το περιοδικό Νέα Γράμματα. Το Φεβρουάριο γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που χαρακτηριστικά τον περιέγραψε: «...ο μεγάλης αντοχής αθλητής της φαντασίας, με γήπεδο την οικουμένη ολόκληρη και διασκελισμό τον Έρωτα. Το έργο του, κάθε του καινούργιο έργο, ζωσμένο από ένα μικρό ουράνιο τόξο, είναι μια υπόσχεση προς την ανθρωπότητα, μια δωρεά που αν δεν την κρατούν ακόμα όλοι στα χέρια τους είναι αποκλειστικά και μόνον από δική τους αναξιότητα». Τον ίδιο μήνα ο Εμπειρίκος έδωσε διάλεξη με θέμα «Υπερρεαλισμός, μια νέα ποιητική σχολή», που αποτέλεσε και την πρώτη επίσημη παρουσίαση του υπερρεαλισμού στο ελληνικό κοινό. Οι δύο ποιητές συνδέθηκαν με στενή φιλία, που κράτησε πάνω από 25 χρόνια. Το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, εκτός από το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Υψικάμινος του Εμπειρίκου, με ποίηση ορθόδοξα υπερρεαλιστική. Ο Ελύτης, δέκα χρόνια νεότερος, είδε να ανοίγεται μπροστά του διάπλατη μια πόρτα σε μια νέα ποιητική πραγματικότητα, όπου μπορούσε με τα δικά του εφόδια να θεμελιώσει το ποιητικό του οικοδόμημα. Το Πάσχα οι δυο φίλοι επισκέφτηκαν τη Λέσβο, όπου με τη συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη ήρθαν σε επαφή με την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, που είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν.
Κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης του κύκλου των Νέων Γραμμάτων στο σπίτι του ποιητή Γ.Κ. Κατσίμπαλη, οι παριστάμενοι κράτησαν ορισμένα χειρόγραφα του Ελύτη, με το πρόσχημα να τα μελετήσουν καλύτερα, και τα στοιχειοθέτησαν κρυφά παρουσιάζοντάς τα αργότερα στον ίδιο τον Ελύτη με το ψευδώνυμο Οδυσσέας Βρανάς, με στόχο τη δημοσίευσή τους. Ο Ελύτης αρχικά ζήτησε την απόσυρσή τους απευθύνοντας ειδική επιστολή στον Κατσίμπαλη, ωστόσο τελικά πείστηκε να δημοσιευτούν αποδεχόμενος επίσης το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης.
Η δημοσίευση των πρώτων ποιημάτων του στα Νέα Γράμματα έγινε το Νοέμβριο του 1935, στο 11ο τεύχος του περιοδικού. Ο Ελύτης δημοσίευσε επίσης μεταφράσεις ποιημάτων του Ελυάρ και στο προλογικό του άρθρο παρουσιάζει το δημιουργό τους ως τον ποιητή που «Ό,τι γράφει φτάνει αμέσως στην καρδιά μας, μας χτυπάει κατάστηθα σαν κύμα ζωής άλλης βγαλμένης από το άθροισμα των πιο μαγικών ονείρων μας». Το 1936 η ομάδα των νέων λογοτεχνών ήταν πιο στέρεη και μεγαλύτερη. Ο Ελύτης γνωρίστηκε επίσης με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, που μερικά χρόνια αργότερα τύπωσε την υπερρεαλιστική «Αμοργό». Το 1937 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα, αλληλογραφώντας παράλληλα με το Νίκο Γκάτσο και το Γιώργο Σεφέρη που βρίσκονταν στην Κορυτσά. Λίγο μετά την απόλυσή του, τον επόμενο χρόνο, ο Μήτσος Παπανικολάου δημοσίευσε το άρθρο "Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης" στα Νέα Γράμματα, το οποίο συνέβαλε στην καθιέρωσή του.
Το 1939 εγκατέλειψε οριστικά τις νομικές σπουδές και μετά από αρκετές δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Προσανατολισμοί. Τον επόμενο χρόνο, μεταφράστηκαν για πρώτη φορά ποιήματά του σε ξένη γλώσσα, όταν ο Samuel Baud Bovy δημοσίευσε ένα άρθρο για την ελληνική ποίηση στο ελβετικό περιοδικό Formes et Couleurs.

Αλβανικό μέτωπο

Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α' Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του επόμενου χρόνου μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά», που ιδρύθηκε στις 30 Μαΐου του 1943. Εκεί, την Άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου».
Το Νοέμβριο του 1943 εκδόθηκε η συλλογή «Ο Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», σε 6.000 αριθμημένα αντίτυπα, ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα Νέα Γράμματα που άρχισαν να επανεκδίδονται το 1944, δημοσίευσε το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 ξεκίνησε η συνεργασία του με το περιοδικό Τετράδιο μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Ο πόλεμος του '40 του έδωσε την έμπνευση και για άλλα έργα, την Καλωσύνη στις Λυκοποριές, την Αλβανιάδα και την ανολοκλήρωτη Βαρβαρία. Την περίοδο 1945-1946 διορίστηκε για ένα μικρό διάστημα Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, έπειτα από σχετική σύσταση του Σεφέρη, που ήταν διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Δαμασκηνού. Συνεργάστηκε επίσης με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», όπου δημοσίευσε ορισμένα δοκίμια, την «Ελευθερία» και την «Καθημερινή», όπου διατήρησε ως το 1948 μια στήλη τεχνοκριτικής.

Ευρώπη

Το 1948 ταξίδεψε στην Ελβετία, για να εγκατασταθεί στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόνη. Περιγράφοντας τις εντυπώσεις του από την παραμονή του στη Γαλλία, σχολίασε τα συναισθήματα και τις σκέψεις του: «Ένα ταξίδι που θα μ' έφερνε πιο κοντά στις πηγές της μοντέρνας τέχνης, συλλογιζόμουνα. Χωρίς να λογαριάζω ότι θα μ' έφερνε συνάμα πολύ κοντά και στις παλιές μου αγάπες, στα κέντρα όπου είχαν δράσει οι πρώτοι Υπερρεαλιστές,στα καφενεία όπου είχαν συζητηθεί τα Μανιφέστα, στη Rue de l'Odeon και στην Place Blanche, στο Montparnasse και στο St.Germain des Pres». Στο Παρίσι υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Association Internationale des Critiques d' Art ενώ είχε επίσης την ευκαιρία να γνωριστεί με τους Αντρέ Μπρετόν, Πωλ Ελυάρ, Αλμπέρ Καμύ, Τριστάν Τζαρά, Πιερ Ζαν Ζουβ, Χουάν Μιρό και άλλους.
Με τη βοήθεια του Ελληνογάλλου τεχνοκριτικού E. Teriade, που πρώτος είχε προσέξει την αξία του έργου του συμπατριώτη του Θεόφιλου, συνάντησε τους μεγάλους ζωγράφους Ανρί Ματίς, Μαρκ Σαγκάλ, Αλμπέρτο Τζιακομέτι, Τζόρτζιο ντε Κίρικο και Πικάσο, για του οποίου το έργο έγραψε αργότερα άρθρα και αφιέρωσε στην τέχνη του το ποίημα «Ωδή στον Πικασσό». Το καλοκαίρι του 1950 ταξίδεψε στην Ισπανία ενώ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο, από τα τέλη του 1950 μέχρι το Μάιο 1951, συνεργάστηκε με το Β.Β.C. πραγματοποιώντας τέσσερις ραδιοφωνικές ομιλίες. Λίγο νωρίτερα είχε ξεκινήσει τη σύνθεση του Άξιον Εστί.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1952 έγινε μέλος της «Ομάδας των Δώδεκα», που κάθε χρόνο απένειμε βραβεία λογοτεχνίας, από την οποία παραιτήθηκε το Μάρτιο του 1953 αλλά επανήλθε δύο χρόνια αργότερα. Το 1953 ανέλαβε και πάλι για ένα χρόνο τη Διεύθυνση Προγράμματος του Ε.Ι.Ρ, διορισμένος από την κυβέρνηση Παπάγου, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον επόμενο χρόνο. Στο τέλος του έτους έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Πολιτισμού στη Βενετία, και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν.
Το 1958, μετά από μία δεκαπενταετή περίπου περίοδο ποιητικής σιωπής, δημοσιεύτηκαν αποσπάσματα από το Άξιον Εστί, στην Επιθεώρηση Τέχνης. Το έργο εκδόθηκε το Μάρτιο του 1960 από τις εκδόσεις Ίκαρος, αν και φέρεται τυπωμένο το Δεκέμβριο του 1959. Λίγους μήνες αργότερα απέσπασε για το Άξιον Εστί το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Την ίδια περίοδο εκδόθηκαν και οι «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Το 1961 με κυβερνητική πρόσκληση επισκέφτηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τα τέλη Μαρτίου έως τις αρχές Ιουνίου. Τον επόμενο χρόνο μετά από ένα ταξίδι στη Ρώμη επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση, προσκεκλημένος μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τον Γιώργο Θεοτοκά. Το δρομολόγιο που ακολούθησαν περιλάμβανε την Οδησσό, τη Μόσχα, όπου έδωσε μία συνέντευξη, και το Λένινγκραντ.
Το 1964 ξεκίνησε η ηχογράφηση του μελοποιημένου Άξιον Εστί από τον Μίκη Θεοδωράκη ενώ η συνεργασία του Ελύτη με το συνθέτη είχε ξεκινήσει ήδη από το 1961. Το ορατόριο του Θεοδωράκη εντάχθηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και επρόκειτο αρχικά να παραουσιαστεί στο Ηρώδειο, ωστόσο το Υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να το παραχωρήσει με αποτέλεσμα ο Ελύτης και ο Θεοδωράκης να αποσύρουν το έργο, το οποίο παρουσιάστηκε τελικά στις 19 Οκτωβρίου στο κινηματοθέατρο Rex.
To 1965 του απονεμήθηκε από τον Κωνσταντίνο Β΄ το παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος και το επόμενο διάστημα ολοκλήρωσε τη συλλογή δοκιμίων που θα συγκροτούσαν τα Ανοιχτά Χαρτιά. Παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια στη Σόφια, καλεσμένος της Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων και στην Αίγυπτο. Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, απήχε από τη δημοσιότητα ασχολούμενος κυρίως με τη ζωγραφική και την τεχνική του κολάζ, ενώ αρνήθηκε πρόταση να απαγγείλει ποιήματά του στο Παρίσι εξαιτίας της δικτατορίας που επικρατούσε. Στις 3 Μαΐου του 1969 εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ξεκίνησε τη συγγραφή της συλλογής Φωτόδεντρο. Λίγους μήνες αργότερα επισκέφτηκε για ένα διάστημα την Κύπρο, ενώ το 1971 επέστρεψε στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο αρνήθηκε να παραλάβει το "Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας" που είχε θεσπίσει η δικτατορία. Μετά την πτώση της δικτατορίας, διορίστηκε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ι.Ρ.Τ. και μέλος για δεύτερη φορά του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1974 - 1977). Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί στους καταλόγους των βουλευτών επικρατείας, ο Ελύτης αρνήθηκε, παραμένοντας πιστός στην αρχή του να μην αναμιγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική. Το 1977 αρνήθηκε επίσης την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκό.

Βραβείο Νομπέλ

εικ2.jpgΚατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο. Το 1978 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ενώ το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η αναγγελία της απονομής του βραβείου από την Σουηδική Ακαδημία έγινε στις 18 Οκτωβρίου "για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία" σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης. Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής του βραβείου στις 10 Δεκεμβρίου του 1979, παραλαμβάνοντας το βραβείο από τον βασιλιά Κάρολο Γουστάβο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα. Τον επόμενο χρόνο κατέθεσε το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του βραβείου στο Μουσείο Μπενάκη. Την απονομή του Νομπέλ, ακολούθησαν τιμητικές διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδας, μεταξύ αυτών και η απονομή φόρου τιμής σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, η αναγόρευση του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, η ίδρυση έδρας νεοελληνικών σπουδών με τίτλο "Έδρα Ελύτη", στο πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσεϊ, καθώς και η απονομή του αργυρού μεταλλίου Benson από τη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου.
Πέθανε στις 18 Μαρτίου του 1996 από ανακοπή καρδιάς, στην Αθήνα.

Έργο

εικο3.gifΟ Οδυσσέας Ελύτης αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του '30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη σημειώνοντας χαρακτηριστικά: "από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ' την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος". Το έργο του έχει επανηλειμμένα συνδεθεί με το κίνημα του υπερρεαλισμού, αν και ο Ελύτης διαφοροποιήθηκε νωρίς από τον "ορθόδοξο" υπερρεαλισμό που ακολούθησαν σύγχρονοί του ποιητές όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος ή ο Νικόλαος Κάλας. Επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό και δανείστηκε στοιχεία του, τα οποία ωστόσο αναμόρφωσε σύμφωνα με το προσωπικό του ποιητικό όραμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με το λυρικό στοιχείο και την ελληνική λαϊκή παράδοση. Οι επιρροές από τον υπερρεαλισμό διακρίνονται ευκολότερα στις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Προσανατολισμοί (1940) και Ήλιος ο πρώτος (1943).
Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του υπήρξε το ποίημα Το Άξιον Εστί (1959), έργο με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία «συλλογική μυθολογία» και ένα «εθνικό έργο». Η λογοτεχνική κριτική υπογράμμισε την αισθητική αξία του καθώς και την τεχνική του αρτιότητα. Η γλώσσα του επαινέθηκε για την κλασσική ακρίβεια της φράσης ενώ η αυστηρή δόμησή του χαρακτηρίστηκε ως άθλος που «δεν αφήνει να διαφανεί πουθενά ο παραμικρός βιασμός της αυθόρμητης έκφρασης». Τον «εθνικό» χαρακτήρα του Άξιον Εστί υπογράμμισαν μεταξύ άλλων ο Δ.Ν. Μαρωνίτης και ο Γ.Π. Σαββίδης, ο οποίος σε μία από τις πρώτες κριτικές του ποιήματος διαπίστωσε πως ο Ελύτης δικαιούταν το επίθετο «εθνικός», συγκρίνοντας το έργο του με αυτό του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού.
Η μεταγενέστερη πορεία του Ελύτη υπήρξε πιο ενδοστρεφής, επιστρέφοντας στον αισθησιασμό της πρώιμης περιόδου του και σε αυτό που ο ίδιος ο Ελύτης αποκαλούσε ως έκφραση μιας «μεταφυσικής του φωτός»: «Έτσι το φως, που είναι η αρχή και το τέλος κάθε αποκαλυπτικού φαινομένου, δηλώνεται με την επίτευξη μιας ολοένα πιο μεγάλης ορατότητας, μιας τελικής διαφάνειας μέσα στο ποίημα που επιτρέπει να βλέπεις ταυτοχρόνως μέσα απ' την ύλη και μέσα από την ψυχή» Ιδιόμορφο, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ελύτη, μπορεί να χαρακτηριστεί το σκηνικό ποίημα Μαρία Νεφέλη, στο οποίο χρησιμοποιεί - για πρώτη φορά στην ποίησή του - την τεχνική του κολάζ.
Πέρα από το ποιητικό του έργο, ο Ελύτης άφησε σημαντικά δοκίμια, συγκεντρωμένα στους τόμους Ανοιχτά Χαρτιά (1974) και Εν Λευκώ (1992), καθώς και αξιόλογες μεταφράσεις Ευρωπαίων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων.

Εργογραφία

Ποιήματα

  • «Προσανατολισμοί», (1940)
  • «Ηλιος ο πρώτος, παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», (1943)
  • «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», (1946)
  • «Το Άξιον Εστί», (1959)
  • «Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό», (1960)
  • «Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά», (1972)
  • «Ο ήλιος ο ηλιάτορας», (1971)
  • «Το Μονόγραμμα», (1972)
  • «Τα Ρω του Έρωτα», (1973)
  • «Τα Ετεροθαλή», (1974)
  • «Σηματολόγιον», (1977)
  • «Μαρία Νεφέλη»,
  • «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας», (1982)
  • «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», (1984)
  • «Ο Μικρός Ναυτίλος»,
  • «Τα Ελεγεία της Οξώπετρας», (1991)
  • «Δυτικά της λύπης», (1995)
  • «Εκ του πλησίον»
  • «Η ποδηλάτισσα»
  • «Ήλιος ο πρώτος», (1943)

Πεζά, δοκίμια

  • «Η Αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου», (1942)
  • «2χ7 ε» (συλλογή μικρών δοκιμίων)
  • «Ο ζωγράφος Θεόφιλος», (1973)
  • «Ανοιχτά χαρτιά» (συλλογή κειμένων), (1973)
  • «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο», (1977)
  • «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη», (1975)
  • «Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά», (1990)
  • «Ιδιωτική Οδός», (1990)
  • «Εν λευκώ» (συλλογή κειμένων), (1992)
  • «Ο κήπος με τις αυταπάτες», (1995)

Μεταφράσεις

  • «Δεύτερη γραφή»
  • «Σαπφώ»
  • «Η αποκάλυψη», (1985)
Πηγή: wikipedia.gr

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Song of Solomon

Chapter 1

  1. The song of songs, which is Solomon's.
  2. Let him kiss me with the kisses of his mouth: for thy love is better than wine.
  3. Because of the savour of thy good ointments thy name is as ointment poured forth, therefore do the virgins love thee.
  4. Draw me, we will run after thee: the king hath brought me into his chambers: we will be glad and rejoice in thee, we will remember thy love more than wine: the upright love thee.
  5. I am black, but comely, O ye daughters of Jerusalem, as the tents of Kedar, as the curtains of Solomon.
  6. Look not upon me, because I am black, because the sun hath looked upon me: my mother's children were angry with me; they made me the keeper of the vineyards; but mine own vineyard have I not kept.
  7. Tell me, O thou whom my soul loveth, where thou feedest, where thou makest thy flock to rest at noon: for why should I be as one that turneth aside by the flocks of thy companions?
  8. If thou know not, O thou fairest among women, go thy way forth by the footsteps of the flock, and feed thy kids beside the shepherds' tents.
  9. I have compared thee, O my love, to a company of horses in Pharaoh's chariots.
  10. Thy cheeks are comely with rows of jewels, thy neck with chains of gold.
  11. We will make thee borders of gold with studs of silver.
  12. While the king sitteth at his table, my spikenard sendeth forth the smell thereof.
  13. A bundle of myrrh is my well-beloved unto me; he shall lie all night betwixt my breasts.
  14. My beloved is unto me as a cluster of camphire in the vineyards of Engedi.
  15. Behold, thou art fair, my love; behold, thou art fair; thou hast doves' eyes.
  16. Behold, thou art fair, my beloved, yea, pleasant: also our bed is green.
  17. The beams of our house are cedar, and our rafters of fir.

Chapter 2

  1. I am the rose of Sharon, and the lily of the valleys.
  2. As the lily among thorns, so is my love among the daughters.
  3. As the apple tree among the trees of the wood, so is my beloved among the sons. I sat down under his shadow with great delight, and his fruit was sweet to my taste.
  4. He brought me to the banqueting house, and his banner over me was love.
  5. Stay me with flagons, comfort me with apples: for I am sick of love.
  6. His left hand is under my head, and his right hand doth embrace me.
  7. I charge you, O ye daughters of Jerusalem, by the roes, and by the hinds of the field, that ye stir not up, nor awake my love, till he please.
  8. The voice of my beloved! behold, he cometh leaping upon the mountains, skipping upon the hills.
  9. My beloved is like a roe or a young hart: behold, he standeth behind our wall, he looketh forth at the windows, shewing himself through the lattice.
  10. My beloved spake, and said unto me, Rise up, my love, my fair one, and come away.
  11. For, lo, the winter is past, the rain is over and gone;
  12. The flowers appear on the earth; the time of the singing of birds is come, and the voice of the turtle is heard in our land;
  13. The fig tree putteth forth her green figs, and the vines with the tender grape give a good smell. Arise, my love, my fair one, and come away.
  14. O my dove, that art in the clefts of the rock, in the secret places of the stairs, let me see thy countenance, let me hear thy voice; for sweet is thy voice, and thy countenance is comely.
  15. Take us the foxes, the little foxes, that spoil the vines: for our vines have tender grapes.
  16. My beloved is mine, and I am his: he feedeth among the lilies.
  17. Until the day break, and the shadows flee away, turn, my beloved, and be thou like a roe or a young hart upon the mountains of Bether.

Chapter 3

  1. By night on my bed I sought him whom my soul loveth: I sought him, but I found him not.
  2. I will rise now, and go about the city in the streets, and in the broad ways I will seek him whom my soul loveth: I sought him, but I found him not.
  3. The watchmen that go about the city found me: to whom I said, Saw ye him whom my soul loveth?
  4. It was but a little that I passed from them, but I found him whom my soul loveth: I held him, and would not let him go, until I had brought him into my mother's house, and into the chamber of her that conceived me.
  5. I charge you, O ye daughters of Jerusalem, by the roes, and by the hinds of the field, that ye stir not up, nor awake my love, till he please.
  6. Who is this that cometh out of the wilderness like pillars of smoke, perfumed with myrrh and frankincense, with all powders of the merchant?
  7. Behold his bed, which is Solomon's; threescore valiant men are about it, of the valiant of Israel.
  8. They all hold swords, being expert in war: every man hath his sword upon his thigh because of fear in the night.
  9. King Solomon made himself a chariot of the wood of Lebanon.
  10. He made the pillars thereof of silver, the bottom thereof of gold, the covering of it of purple, the midst thereof being paved with love, for the daughters of Jerusalem.
  11. Go forth, O ye daughters of Zion, and behold king Solomon with the crown wherewith his mother crowned him in the day of his espousals, and in the day of the gladness of his heart.

Chapter 4

  1. Behold, thou art fair, my love; behold, thou art fair; thou hast doves' eyes within thy locks: thy hair is as a flock of goats, that appear from mount Gilead.
  2. Thy teeth are like a flock of sheep that are even shorn, which came up from the washing; whereof every one bear twins, and none is barren among them.
  3. Thy lips are like a thread of scarlet, and thy speech is comely: thy temples are like a piece of a pomegranate within thy locks.
  4. Thy neck is like the tower of David builded for an armoury, whereon there hang a thousand bucklers, all shields of mighty men.
  5. Thy two breasts are like two young roes that are twins, which feed among the lilies.
  6. Until the day break, and the shadows flee away, I will get me to the mountain of myrrh, and to the hill of frankincense.
  7. Thou art all fair, my love; there is no spot in thee.
  8. Come with me from Lebanon, my spouse, with me from Lebanon: look from the top of Amana, from the top of Shenir and Hermon, from the lions' dens, from the mountains of the leopards.
  9. Thou hast ravished my heart, my sister, my spouse; thou hast ravished my heart with one of thine eyes, with one chain of thy neck.
  10. How fair is thy love, my sister, my spouse! how much better is thy love than wine! and the smell of thine ointments than all spices!
  11. Thy lips, O my spouse, drop as the honeycomb: honey and milk are under thy tongue; and the smell of thy garments is like the smell of Lebanon.
  12. A garden inclosed is my sister, my spouse; a spring shut up, a fountain sealed.
  13. Thy plants are an orchard of pomegranates, with pleasant fruits; camphire, with spikenard,
  14. Spikenard and saffron; calamus and cinnamon, with all trees of frankincense; myrrh and aloes, with all the chief spices:
  15. A fountain of gardens, a well of living waters, and streams from Lebanon.
  16. Awake, O north wind; and come, thou south; blow upon my garden, that the spices thereof may flow out. Let my beloved come into his garden, and eat his pleasant fruits.

Chapter 5

  1. I am come into my garden, my sister, my spouse: I have gathered my myrrh with my spice; I have eaten my honeycomb with my honey; I have drunk my wine with my milk: eat, O friends; drink, yea, drink abundantly, O beloved.
  2. I sleep, but my heart waketh: it is the voice of my beloved that knocketh, saying, Open to me, my sister, my love, my dove, my undefiled: for my head is filled with dew, and my locks with the drops of the night.
  3. I have put off my coat; how shall I put it on? I have washed my feet; how shall I defile them?
  4. My beloved put in his hand by the hole of the door, and my bowels were moved for him.
  5. I rose up to open to my beloved; and my hands dropped with myrrh, and my fingers with sweet smelling myrrh, upon the handles of the lock.
  6. I opened to my beloved; but my beloved had withdrawn himself, and was gone: my soul failed when he spake: I sought him, but I could not find him; I called him, but he gave me no answer.
  7. The watchmen that went about the city found me, they smote me, they wounded me; the keepers of the walls took away my veil from me.
  8. I charge you, O daughters of Jerusalem, if ye find my beloved, that ye tell him, that I am sick of love.
  9. What is thy beloved more than another beloved, O thou fairest among women? what is thy beloved more than another beloved, that thou dost so charge us?
  10. My beloved is white and ruddy, the chiefest among ten thousand.
  11. His head is as the most fine gold, his locks are bushy, and black as a raven.
  12. His eyes are as the eyes of doves by the rivers of waters, washed with milk, and fitly set.
  13. His cheeks are as a bed of spices, as sweet flowers: his lips like lilies, dropping sweet smelling myrrh.
  14. His hands are as gold rings set with the beryl: his belly is as bright ivory overlaid with sapphires.
  15. His legs are as pillars of marble, set upon sockets of fine gold: his countenance is as Lebanon, excellent as the cedars.
  16. His mouth is most sweet: yea, he is altogether lovely. This is my beloved, and this is my friend, O daughters of Jerusalem.

Chapter 6

  1. Whither is thy beloved gone, O thou fairest among women? whither is thy beloved turned aside? that we may seek him with thee.
  2. My beloved is gone down into his garden, to the beds of spices, to feed in the gardens, and to gather lilies.
  3. I am my beloved's, and my beloved is mine: he feedeth among the lilies.
  4. Thou art beautiful, O my love, as Tirzah, comely as Jerusalem, terrible as an army with banners.
  5. Turn away thine eyes from me, for they have overcome me: thy hair is as a flock of goats that appear from Gilead.
  6. Thy teeth are as a flock of sheep which go up from the washing, whereof every one beareth twins, and there is not one barren among them.
  7. As a piece of a pomegranate are thy temples within thy locks.
  8. There are threescore queens, and fourscore concubines, and virgins without number.
  9. My dove, my undefiled is but one; she is the only one of her mother, she is the choice one of her that bare her. The daughters saw her, and blessed her; yea, the queens and the concubines, and they praised her.
  10. Who is she that looketh forth as the morning, fair as the moon, clear as the sun, and terrible as an army with banners?
  11. I went down into the garden of nuts to see the fruits of the valley, and to see whether the vine flourished and the pomegranates budded.
  12. Or ever I was aware, my soul made me like the chariots of Amminadib.
  13. Return, return, O Shulamite; return, return, that we may look upon thee. What will ye see in the Shulamite? As it were the company of two armies.

Chapter 7

  1. How beautiful are thy feet with shoes, O prince's daughter! the joints of thy thighs are like jewels, the work of the hands of a cunning workman.
  2. Thy navel is like a round goblet, which wanteth not liquor: thy belly is like an heap of wheat set about with lilies.
  3. Thy two breasts are like two young roes that are twins.
  4. Thy neck is as a tower of ivory; thine eyes like the fishpools in Heshbon, by the gate of Bathrabbim: thy nose is as the tower of Lebanon which looketh toward Damascus.
  5. Thine head upon thee is like Carmel, and the hair of thine head like purple; the king is held in the galleries.
  6. How fair and how pleasant art thou, O love, for delights!
  7. This thy stature is like to a palm tree, and thy breasts to clusters of grapes.
  8. I said, I will go up to the palm tree, I will take hold of the boughs thereof: now also thy breasts shall be as clusters of the vine, and the smell of thy nose like apples;
  9. And the roof of thy mouth like the best wine for my beloved, that goeth down sweetly, causing the lips of those that are asleep to speak.
  10. I am my beloved's, and his desire is toward me.
  11. Come, my beloved, let us go forth into the field; let us lodge in the villages.
  12. Let us get up early to the vineyards; let us see if the vine flourish, whether the tender grape appear, and the pomegranates bud forth: there will I give thee my loves.
  13. The mandrakes give a smell, and at our gates are all manner of pleasant fruits, new and old, which I have laid up for thee, O my beloved.

Chapter 8

  1. O that thou wert as my brother, that sucked the breasts of my mother! when I should find thee without, I would kiss thee; yea, I should not be despised.
  2. I would lead thee, and bring thee into my mother's house, who would instruct me: I would cause thee to drink of spiced wine of the juice of my pomegranate.
  3. His left hand should be under my head, and his right hand should embrace me.
  4. I charge you, O daughters of Jerusalem, that ye stir not up, nor awake my love, until he please.
  5. Who is this that cometh up from the wilderness, leaning upon her beloved? I raised thee up under the apple tree: there thy mother brought thee forth: there she brought thee forth that bare thee.
  6. Set me as a seal upon thine heart, as a seal upon thine arm: for love is strong as death; jealousy is cruel as the grave: the coals thereof are coals of fire, which hath a most vehement flame.
  7. Many waters cannot quench love, neither can the floods drown it: if a man would give all the substance of his house for love, it would utterly be contemned.
  8. We have a little sister, and she hath no breasts: what shall we do for our sister in the day when she shall be spoken for?
  9. If she be a wall, we will build upon her a palace of silver: and if she be a door, we will inclose her with boards of cedar.
  10. I am a wall, and my breasts like towers: then was I in his eyes as one that found favour.
  11. Solomon had a vineyard at Baalhamon; he let out the vineyard unto keepers; every one for the fruit thereof was to bring a thousand pieces of silver.
  12. My vineyard, which is mine, is before me: thou, O Solomon, must have a thousand, and those that keep the fruit thereof two hundred.
  13. Thou that dwellest in the gardens, the companions hearken to thy voice: cause me to hear it.
  14. Make haste, my beloved, and be thou like to a roe or to a young hart upon the mountains of spices.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Στην Αθήνα κάποτε.

Βρέχει.
Σου τόχω ξαναπεί.
Σου τόχω ξαναγράψει
Τόσες φορές,
Πάνω στο ξύλινο τραπέζι,
Καπνίζοντας ίσως,
Ίσως κοιτάζοντας τον αντίπερα
Χρόνο.

Τίποτα ιδιαίτερο,
Ένα μονάχα βρωμισμένο σκυλί
Να γλύφει την πληγή του
Με τρομαγμένα μάτια
Μέσα στις λάσπες
Κι ένας φίλος
Να γελάει προκλητικά την θλίψη.

Σου τόχω ξαναπεί
Κάτω απ΄ τις μαρκίζες
Της λεωφόρου Αλεξάνδρας,
Λαχανιάζοντας μουσκεμένος.

Σου τόχω ξαναγράψει
τόσες φορές,
αν θυμούμαι καλά,
αν ο καιρός που διάβηκε
άφησε ζωντανή
τη ζεστασιά,
έστω μονάχα του φιλιού σου.

Λαγκαδάς 23 Ιούλη 1977

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Πέθανε ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης

Στην ηλικία των 56 ετών πέθανε ξαφνικά χθες το βράδυ από ανακοπή της καρδιάς ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης
Ο Γιάννης Βαρβέρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1955 και σπούδασε νομικά Το 1976 ξεκίνησε να γράφει κριτική θεάτρου,ενώ εξέδωσε έντεκα βιβλία ποίησης και μεταφράσεις ξένης και αττικής κωμωδίας.
Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε ανθολογίες στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα ιταλικά, στα ισπανικά και στα ρουμάνικα.
Στα αγγλικά έχει μεταφραστεί από τον Philip Ramp το βιβλίο του Ο κύριος Φογκ, και στα σερβικά, από την Gaga Rosi, μια επιλογή ποιημάτων του με τον τίτλο "Η πόλη και ο Θάνατος".
Το 1996 του απονεμήθηκε το Κρατικό βραβείο Κριτικής - Δοκιμίου και το 2001 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη για την ποιητική συλλογή Ποιήματα 1975-1996 (Κέδρος, 2000).
Το 2002 του απονεμήθηκε το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού "Διαβάζω" για την ποιητική συλλογή "Στα ξένα" (Κέδρος, 2001) Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποιήσεως του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του ποιητικού του έργου.
(Πληροφορίες ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ (Georg Trakl)


Είναι ένας αγρός θερισμένος, που πάνω του πέφτει μια μαύρη
βροχή.
Είναι ένα σκούρο δέντρο, που στέκει ερημικό.
Είναι ένας άνεμος που σφυρίζει γύρω από άδειες καλύβες.
Πόσο θλιμμένο το βράδυ αυτό!

Στο κτήμα μπροστά
η ήρεμη ορφανή μαζεύει ακόμη αραιά στάχυα.
Στρογγυλά και χρυσά τα μάτια της πλανιούνται στο λυκόφως
κι η αγκαλιά της προσμένει τον ουράνιο μνηστήρα.

Στον γυρισμό
βρήκαν οι βοσκοί σαπισμένο
το γλυκό σώμα στην βάτο.

Είμαι ένας ίσκιος μακριά από σκοτεινά χωριά.
Τη σιωπή του Θεού
την ήπια από την πηγή του δάσους.
Στο μέτωπό μου κρύο μέταλλο κυλά.
Αράχνες ψάχνουν για την καρδιά μου.
Είναι ένα φως που σβήνει στο στόμα μου.

Τη νύχτα βρέθηκα σε μια πεδιάδα,
παγιδευμένος απ’ τα συντρίμμια και τη σκόνη των άστρων.
Στις αγριοφουντουκιές
κρυστάλλινοι άγγελοι ήχησαν πάλι.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Τι είναι ποίηση

Αναδημοσίευση άρθρου για την ποίηση
"Τι είναι ποίηση" του Γιώργου Παυλόπουλου
Διαβάστηκε από τον ίδιο τον ποιητή Γιώργη Παυλόπουλο στην εκδήλωση του περιοδικού "Γράμματα και Τέχνες" που έγινε προς τιμήν του στο "Σπίτι της Κύπρου" στις 8/12/1997. Αναδημοσιεύεται από το τεύχος 83 του περιοδικού "Γράμματα και Τέχνες" (Φεβρουάριος - Μάρτιος 1998) 

"Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, δεν θα τραγούδαγε".

Κυρίες και Κύριοι
Φίλες και Φίλοι
Παραλλάζοντας αυτή τη σημείωση του Πωλ Βαλερύ, η οποία παραπέμπει αμέσως στον Ποιητή και στην Ποίηση, θα λέγαμε: "Αν ένας ποιητής μπορούσε να πει με ακρίβεια τι γράφει, γιατί γράφει και τι είναι αυτό που τον κάνει να γράφει, δεν θα έγραφε".
Κι εγώ τώρα δεν ξέρω να σας πω τι είναι Ποίηση και γιατί γράφω ποιήματα. Πολύ περισσότερο δεν ξέρω να σας πω σε τι μας βοηθάει η Ποίηση και ποιος είναι ο σκοπός της.
Το μόνο που ξέρω είναι πως ο Ποιητής ήταν πάντα ένας αφοσιωμένος της Ζωής. Είτε τον γεμίζει χαρά, είτε τον θλίβει η Ζωή, είτε τον πάει στον Ουρανό, είτε τον κατεβάζει στην Κόλαση, αυτός μένει πάντα ο αφοσιωμένος της.
Τη μυστήρια αγάπη του για τη Ζωή δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ότι προσπαθεί να εκφράσει κυρίως αυτό που κρύβει η ζωή. 'Οπως ο έρωτας κρύβει αυτό που μας κάνει ερωτευμένους.
Η Ποίηση λοιπόν είναι πράξη ερωτική; 'Η μήπως πράξη απόγνωσης; 'Η μήπως και τα δύο; Πράξη ερωτική και συνάμα πράξη απόγνωσης.
Για την ποιητική πράξη έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα. Και από τους ιδιους τους τεχνίτες και από τους θεωρητικούς. Πολλές φορές οι Ποιητές προσπάθησαν να διατυπώσουν τον ανύπαρκτο ορισμό της Ποίησης, σα να κοίταζαν σ' έναν καθρέφτη όπου δεν έβλεπαν το πρόσωπό τους, αλλά το απόλυτο κενό.
Σταχυολογώ πρόχειρα:
Η ποίηση είναι η αναζήτηση του ανεξήγητου
Στήβενς
Η ποίηση αρχίζει πάντα, όταν κάποιος που πρόκειται να γίνει ποιητής, διαβάζει ένα ποίημα.
Μίλτον
Η ποίηση μας δημιουργεί την εντύπωση, όχι πως ανακαλύψαμε κάτι καινούργιο, αλλά πως θυμηθήκαμε κάτι που είχαμε ξεχάσει.
Μπράντλεϋ
Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
Καρυωτάκης
Η ποίηση είναι ένας φασιανός που χάνεται στους θάμνους
Στήβενς
Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.
Σεφέρης
Η ποίηση υπαγορεύεται από ένα δαιμόνιο, αν και θα ήταν υπερβολή να το χαρακτηρίσει κανείς αγγελικό
Ζεζλάβ Μίλοζ
Η ποίηση είναι έκφραση, αν ένας στίχος είναι έκφραση, αν καθένα από τα μέρη που απαρτίζουν ένα στίχο, κάθε μία λέξη, είναι εκφραστικά μόνα τους.
Κρότσε
Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.
Αναγνωστάκης
Η ομορφιά καραδοκεί. Αν είμαστε ευαίσθητοι, θα την αισθανθούμε μέσα στην ποίηση όλων των γλωσσών.
Μπόρχες
Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.
Εμπειρίκος
Η ποίηση αρχίζει με την επίγνωση εκ μέρους μας όχι της Πτώσης, αλλά του ότι πέφτουμε.
Μπλουμ
'Οταν διαβάζουμε ένα καλό ποίημα, φανταζόμαστε πως κι εμείς θα μπορούσαμε να το έχουμε γράψει, πως το ποίημα προϋπήρχε μέσα μας.
Μπόρχες
Η ποίηση ένα πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό.
Πλάτων
Η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση. Δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα.
Έλιοτ
Η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης.
Πάουντ
Η ποιότητα ενός μεγάλου ποιητή είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση.
Κόλεριτζ ή Ντε Κουίνσυ
Αν κάποιος μάθει καλά ελληνικά, μπορεί να βρει σχεδόν "ολόκληρη την ποίηση" στον Όμηρο.
Πάουντ
Είναι παράξενο πως γράφει κανείς ποιήματα.
Σεφέρης
Οι ποιητές όλων των εποχών έλαβαν μέρος στη συγγραφή ενός Μεγάλου Ποιήματος αενάως εν εξελίξει.
Σέλλεϋ
Στην ίδια την ουσία της ποίησης υπάρχει κάτι το απρεπές: Φανερώνονται πράγματα που δεν ξέραμε πως τα κρύβαμε μέσα μας και τρομάζουμε σα να είχε ξεπηδήσει μια τίγρης και στεκόταν μπροστά μας στο φως τινάζοντας την ουρά της.
Σέσλαβ Μίλοζ
Όλη η ποίηση είναι ποίηση πειραματική.
Στήβενς
Η ποίηση είναι η αιτία που φθείρει το κάθε τι από το μη είναι στο είναι.
Πλάτωνας
"Διο ευφυούς η ποιητική εστιν ή μανικού. Τούτων γαρ οι μεν εύπλαστοι οι δε εκστατικοί εισίν"
(Η τέχνη της ποίησης είναι έργο του προικισμένου μάλλον παρά του μανικού καλλιτέχνη, γιατί ο πρώτος είναι ο επιδέξιο μιμητής, ενώ ο δεύτερος κατέχεται από ενθουσιασμό και του λείπει η ψυχική ηρεμία).
Αριστοτέλης
Ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος όπως ανεξάντλητες είναι οι άπειρες αισθήσεις που μας υποβάλλει η Ποίηση. Θα σταματήσω εδώ. Και θα τον κλείσω με μια φράση του Πεσόα:
Ο άνεμος φυσάει
έτσι όπως τον άκουσε ο Όμηρος
ακόμα κι αν δεν υπήρξε ποτέ
Ανέφερα τον Πεσόα, αλλά δεν σας αποκάλυψα τα ονόματα εκείνων που έγραψαν αυτούς τους στοχασμούς για την Ποίηση. Καλύτερα έτσι.'Ισως αυτός ο τρόπος μας φέρνει πιο κοντά σε Κείνον που αποσβύνοντας ολοένα το πρόσωπό του μέσα στο έργο του, γίνεται ο άλλος, γίνεται οι άλλοι, γίνεται ο Κανένας. Θέλω να πω μας φέρνει πιο κοντά στον Ποιητή και στο Ποίημα.
Και τι είναι τελικά το Ποίημα; 'Ισως είναι το νόμισμα που σφίγγει στα δόνιτα του ο Ποιητής για να μπει στη βάρκα του Θανάτου. Με αυτό θα πληρώσει για το μέγα θαύμα που αξιώθηκε και που δεν είναι άλλο από την ίδια τη ζωή.
Έχω γράψει τούτο το χάι-κου:
'Ολοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ' ένα ποίημα
Αλλά και όλη η μνήμη του κόσμου χωράει μέσα στην Ποίηση. 'Η τουλάχιστον αυτή τη μαγική εντύπωση μας δίνει η τέχνης της Ποίησης. Πως όσα έχουν χαθεί και κείνα που θα έρθουν και θα περάσουν και θα χαθούν θα μείνουν για πάντα μέσα στην Ποίηση.
Θα μείνουν για πάντα μέσα στην Ποίηση "όσα κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται" όπως θα έλεγε ο Αλεξανδρινός.

Ποιήματα Εκδόσεις "Κέραμος" Δεκέμβρης 1982

Ποιήματα Εκδόσεις "Κέραμος" Δεκέμβρης 1982
Κώστας Παπαποστόλου

Ο Μεγάλος Κύκλος Εκδόσεις "Γαβριηλίδης" 2005

Ο Μεγάλος Κύκλος Εκδόσεις "Γαβριηλίδης" 2005
Κώστας Παπαποστόλου