Πάουλ Τσέλαν

Του κανενός το ρόδο

Ένα Τίποτα
που ανθίζει, υπήρξαμε, είμαστε και
αυτό θα παραμείνουμε:
το Ρόδο του Ανύπαρκτου,
το Ρόδο του Κανενός.

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Κωνσταντίνος Καβάφης «Che fece .... il gran rifiuto»

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τό ‘χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του.

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Για σένα


Στο περιθώριο
Να ακουμπάς τα δάχτυλά σου
Εκεί που δεν σε φτάνουν οι ματιές
Να κοιμάσαι
Αόρατη σκιά στις σκιές
Του χρόνου
Αόριστο στίγμα
Στον αέρα
Μόνον εσύ
Θα αναγνωρίζεις τον εαυτό σου
Μόνον εσύ θα θυμάσαι
Πως ακολουθούν τους ήρωες
Σιωπηλά
Για να κριθείς επίγεια
Αφού δεν υπάρχουν ουρανοί
Να κατοικείς στο τίποτε
Στο μηδέν να μετράς
Τα βήματά σου
Και να βυθίζεσαι
Σε μια στάχτη ντροπής
Για όσα δεν γίνηκαν ακόμη.

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Για την Ιθάκη

Έτσι σοφός που έγινες, θα το κατάλαβες
Ο αγώνας είναι στημένος
Το παιχνίδι χαμένο από την αρχή
Το ταξίδι ξεστράτισμα στην πλάνη
Άσκηση μοναξιάς και οδύνης
Η Ιθάκη ένα άδειο πουκάμισο
Μια έρημη χώρα γεμάτη φαντάσματα
Χωρίς μνήμη
Εκεί που θα φτάσεις δεν σε περιμένουν
Εκεί που θα ξεμπαρκάρεις δεν σε θέλουν
Δεν σε ξέρει κανείς
Ούτε ο σκοπός ούτε ο δρόμος
θα σου χαρίσουν παρηγοριά
Μήτε το ταξίδι μήτε η Ιθάκη θα σε γλιτώσουν
Το τέλος πάντα είναι το ίδιο
Αναπότρεπτο.

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

Le dernier poéme

J’ ai  rẽvé tellment fort de toi
J’ ai tellment marche, tellment parlé
Tellement aimé ton ombre
Qu‘ il ne me reste plus rien de tois
Je me reste d’ ẽtre l’ ombre parmi les ombres
D’ ẽtre cent fois plus ombre que l’ ombre
D’ ẽtre l’ ombre qui viendra et reviendra
Dans ta vie ensoleillée.

Robert Desnos

Το τελευταίο ποίημα

Σ΄ έχω τόσο πολύ ονειρευτεί
Έχω τόσο πολύ βαδίσει, τόσο πολύ μιλήσει
Τόσο πολύ αγαπήσει τη σκιά σου,
Που δεν μου μένει πια τίποτε από σένα.
Μου μένει να είμαι η σκιά μέσα στις σκιές
Να είμαι εκατό φορές πιο σκιά από την σκιά
Να είμαι η σκιά που θα ΄ρθεί και θα ξαναρθεί
Μέσα στην ηλιοφώτιστη ζωή σου.

Περιοδικό 24-Γράμματα


Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Άτροπος


Πρόφερα ένα όνομα
Για χάρη σου
Ολοένα σε χάνω
Όνομα κενό
Νόμιζα θα το θυμόσουνα
Ήταν σε ένα μονόλογο
Μια λέξη ριγμένη 
Μπλεγμένη με άλλες
Μια ανάμνηση
Ένας λόγος φανταστικός
Γι όσα έχουν παρέλθει
Οριστικά
Ήσουν εκεί γερμένη
Μιλούσαμε
Ήσουν μπροστά μου
Ριγμένη στη σιωπή
Ήταν ολόγυρα λάσπη
Ατέλειωτος βούρκος
Βυθιζόμαστε
Σκούρο και άπατο
Κρεμόμαστε από τα κλαδιά ενός δέντρου
Ήταν ένα τραγούδι που μουρμούριζες
Με απλωμένα χέρια
Χτες έλεγες χτες
Ή πολύ πριν
Κολυμπούσαμε στην θάλασσα
Αλλά πέρασε πια
Μαζί με τα φώτα της παραλίας
Και τις σκιές των παραθεριστών
Οι ψυχές μας παγιδευμένες
Βαρίδι στην ύλη
Διολισθαίναμε
Στην ακύμαντη επιφάνεια
Ήσουν κοντά μου,
Δεν ήσουν,
Στα κλαδιά κρεμόντουσαν στολίδια
Ξεχασμένα
Φώτα σβηστά και άηχες καμπάνες
Κρατιόμαστε γερά ακόμη
Εσύ δεν ήσουν άλλη
Εσύ κρατιόσουν στη σιωπή
Ήσουν η αγαπημένη μόνη.



Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Ανάμεσα στις εποχές


Έμοιαζε με ζωή αυτό που ανασαίναμε,
Χυμός λεμόνι ξινός και παγωμένος,
Συννεφιά ολόγυρα σε όλα τα παράθυρα
Κι οι δυο μας ακουμπισμένοι στο πρεβάζι
της δύσης ενός αμφιλεγόμενου  ουρανού.

Αβέβαιοι για το τι θα ξημερώσει,
σαν τραγικές φιγούρες γιαπωνέζικου διάκοσμου
Με χρωματιστές κορδέλες
να κατακλύζουν τις αγκαλιές μας
και να δίνουν την ψευδαίσθηση καλοκαιριού.

Γύρω από το σπίτι
δένδρα και θάμνοι γυμνοί στο σκοτάδι,
που έπεφτε γοργά
Τα γυμνά βλέμματα ραγισμένα
Να αιμορραγούν τον δισταγμό

Κι οι πρώτες καταχνιές να κατοικούν την αυλή
Να μας γνέφουν θλιμμένες
Σαν ανθρώπινα κουφάρια,
που ανασαίνουν βιαστικά στο χώμα
Και θολώνουν τη λιμνούλα του δρόμου
Με αφρό και λάσπη

Έτσι όπως κατέβαινε το σκοτάδι
μας αγκάλιαζε σφιχτά

Μέσα στην κουζίνα ή το σαλόνι
στριφογύριζε χορευτικά
Η υπνοφόρος ελπίδα.

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Χρόνια πολλά και ευτυχισμένο το 2014


Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Σαράντα χρόνια μετά / Από την ελπίδα στην απόγνωση


                                                          (Πολυτεχνείο Νοέμβρης 1973)

 Σπασμοί ταράζουν το σώμα της προσδοκίας
Τόσα χρόνια   διαψεύσεων
Γκρεμισμένων πιστεύω
Διάχυτης αβεβαιότητας
Διαθλωμένων βλεμμάτων
Δύσοσμων συνενοχών
Στην αρχή δισταχτικά
Στο τέλος αχαλίνωτα
Η ελπίδα που δεν γίνηκε αληθινή
Η επέλαση της βαρβαρότητας
Η απενοχοποίηση της διαφθοράς
Χωρίς μάχες να δοθούν
Τα μέτωπα κατέρρευσαν
Οι κλειδαριές ανοίχτηκαν
Απ’ τους ευλύγιστους δρώντες
- Κι οι αγνοί αμετανόητοι
Απόντες
Κουρνιαχτός καλά κρυμμένος
Στην απελπισία
Έφαγε σιγά - σιγά το σαράκι την περηφάνια τους
Σιωπηλοί κι απεγνωσμένοι
Χωρίς τις μεγάλες ψευδαισθήσεις -
Κι ήλθαν πάλι δύσκολοι καιροί
Στενόχωρα χρόνια
Κι οι ευλύγιστοι δρώντες
Πάλι παρόντες
Διαχειρίζονται την παρακμή
Ξεκοκαλίζουν το κουφάρι της ζωής
Γελώντας μας κατάμουτρα
Σχεδόν χωρίς αντίσταση.
Δεν έχει τέλος η θλίψη
Κι η βία της απελπισίας
Με το ανάθεμα πάνω σε δικαίους και αδίκους
Και την οργή της αλλαγής ακόμη βαθιά κρυμμένη.

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Άλλη εποχή


Σε αυτό το χειμωνιάτικο δωμάτιο
Αγαπηθήκαμε σφιχτά
Τα χρόνια, που πέρασαν
Πάλι γυρίζω στα χαμένα μονοπάτια
με το ξερό χορτάρι και τα δένδρα
Κι όταν νυχτώνει
Των αστεριών το φέγγος
υψώνει  θρήνο στον ουρανό
Επιζούν οι αναμνήσεις των πεθαμένων
αισθήματα ανήμπορα να γευτούν ξανά την αγάπη
Λίγες σταγόνες κόκκινου
πάνω στην άσπρη σκόνη.

Όμως δεν θλίβομαι τόσο πολύ
για την μεθυσμένη μας αγάπη
Όσο γιατί ξεμείναμε σε τούτο
το σκληρό τοπίο
χωρίς δάκρυα
Κι οι μνήμες ξεθωριάζουν πάνω στα
υγρά παράθυρα
με τα ερειπωμένα παντζούρια,
που γέρνουν στο φύσημα ενός αέρα
βορεινού και θυμωμένου
Τα δένδρα λυγίζουν
από το βάρος των σωμάτων
στους τελευταίους σπασμούς
μέσα στην σιωπή που απλώνεται
των αυτοχείρων.


Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Αν


Ο δρόμος σέρνεται αγκαλιάζοντας την ομίχλη
Και είσαι εκεί
Ή κάπου
Έχεις διασταλεί ή έχεις μικρύνει τόσο 
Καπνίζοντας τα δάχτυλά σου
Ανάμεσα  στις ξύλινες παράγκες
Γυρτές κατά το ημίφως
Εδώ το τοπίο είναι σκληρό
Ο χώρος  γεμάτος αγκάθια
Τα χείλη κλειστά
Τα μάτια σου…
Αν τα μάτια σου
Αν τα χείλη σου
Αν δείχνουν την χλωμή ώρα του βλέμματος
Την ερήμωση της ανάσας
Αν τα λόγια είναι σιωπή
Αν η σιωπή είναι ήχος στριγκός
Που σπαράζει
Το σώμα που κατοικήθηκε ένα πρωί
Για λίγες μόνον ώρες ή χρόνια.
Αυτή η λέξη έμεινε παγωμένη
Αιωρούμενη
Σε λίγο θα πεις, σε λίγο
Και θα είναι για πάντα.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Ο «καταραμένος ποιητής» Charles Baudelaire

Στις 31 Αυγούστου του 1867, σε ηλικία 46 ετών, φεύγει από τη ζωή ο Γάλλος ποιητής, μεταφραστής και κριτικός τέχνης, Charles Baudelaire. Το έργο του ποιητή της θρυλικής συλλογής Τα άνθη του κακού είχε τεράστιο αντίκτυπο στον γαλλικό συμβολισμό. Επιπλέον, ο Baudelaire υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του έργου τουEdgar Allan Poe στη Γηραιά Ήπειρο, το οποίο και διαδόθηκε σε αυτή τη μεριά του πλανήτη χάρη στις μεταφράσεις του «καταραμένου ποιητή», όπως αποκαλείται.
Ο Baudelaire για ορισμένους αποτελεί την κριτική και τη σύνθεση του ίδιου του Ρομαντισμού, για άλλους είναι ο θεμελιωτής του συμβολισμού και για άλλους, αμφότερα. Ο Baudelaire θεωρείται επίσης ο πατέρας του πνεύματος της παρακμής με στόχο τον σκανδαλισμό της αστικής τάξης. Όλοι πάντως συμφωνούν στο ότι το έργο του άνοιξε το δρόμο για την σύγχρονη ευρωπαϊκή ποίηση. Με επιρροές όπως οι Théophile Gautier, Joseph de Maistre (για τον οποίο είπε ότι του έμαθε να σκέφτεται) και τον Edgar Allan Poe, με τη μετάφραση του έργου του οποίου ασχολήθηκε εκτενώς, τον «ποιητή-ζωγράφο» Eugène Delacroix και τον Édouard Manet, ο ποιητής κατόρθωσε να συνυφάνει στο έργο του την ομορφιά και την σατανική κακία, τη βία και την ηδονή, τη φρίκη και την έκσταση, τη μελαγχολία και το σκοτεινό χιούμορ, τη νοσταλγία και την αίσθηση της κατάρας που κατατρέχει το ανθρώπινο είδος.
«Η πρωταρχική απασχόληση του καλλιτέχνη είναι να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην φύση, ώστε να επαναστατήσει εναντίον της. Αυτή η επανάσταση δεν λαμβάνει χώρα ψυχρά, ως κάτι το δεδομένο, σαν να ήταν κάποιος κώδικας ή ρητορική. Λαμβάνει χώρα παρορμητικά και αφελώς, ακριβώς όπως η αμαρτία, όπως το πάθος, όπως η επιθυμία», εξήγησε ο ίδιος για τις πλάνες του ρεαλισμού. Περιγράφοντας τον Ρομαντισμό, είπε: «Ο ρομαντισμός δεν βρίσκεται ούτε στην επιλογή του θέματος ούτε στην ακριβή αλήθεια, αλλά περισσότερο σε έναν τρόπο να αισθάνεσαι τον κόσμο». Επιπλέον, ο Baudelaire αρθρώνει την θεμελιώδη αρχή της σύγχρονης αισθητικής: «Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από τις ατραπούς της ζωής. Λέω απλώς ότι πάντα θα ενέχει ένα στοιχείο παραδοξότητας, όχι ηθελημένης αλλά υποσυνείδητης. Και σε αυτήν την παραδοξότητα θα έγκειται και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα το καθιστά ωραίο».
Το γνωστότερο έργο του σήμερα είναι τα Άνθη του Κακού, μια συλλογή η οποία όταν κυκλοφόρησε, το 1857, προκάλεσε τέτοιες αντιδράσεις που ο Baudelaire καταδικάστηκε για προσβολή της δημοσίας αιδούς, και έξι από τα ποιήματα του απαγορεύτηκαν. Μάλιστα, η εφημερίδα Le Figaro έγραφε λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου: «Σε ορισμένα σημεία αμφιβάλλουμε για την πνευματική υγεία του Κου Baudelaire. Όμως ορισμένα άλλα δεν μας επιτρέπουν περαιτέρω αμφιβολίες. Κυριαρχεί, ως επί το πλείστον, η μονότονη και επιτηδευμένη επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, των ίδιων σκέψεων. Η αηδία πνίγει την αχρειότητα—για να την καταπολεμήσει σμίγει με το μόλυσμα».
Σήμερα, ο Baudelaire συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ποιητών της Γαλλίας αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, με το όνομά του να βρίσκεται μεταξύ των Κλασικών. «Ο Baudelaire είναι ο πρώτος οραματιστής, ο βασιλεύς όλων των ποιητών, ένας θεός» είπε γι’ αυτόν ο νεαρός Rimbaud ενώ χαρακτηρίστηκε «Δάντης μιας παρηκμασμένης εποχής».
Στὸν ἀναγνώστη Ἡ ἀνοησία, τ᾿ ἁμάρτημα, ἡ ἀπληστία κι ἡ πλάνη κυριεύουνε τὴ σκέψη μας καὶ φθείρουν τὸ κορμί μας, κι εὐχάριστα τὶς τύψεις μας θρέφουμε στὴν ψυχή μας, καθὼς ποὺ θρέφουν πάνω τους τὶς ψεῖρες οἱ ζητιάνοι.
Στὰ μετανιώματα ἄναντροι κι ἁμαρτωλοὶ ὡς τὴν ἄκρια, ζητᾶμε πληρωμὴ ἀκριβὴ γιὰ κάθε μυστικό μας καὶ ξαναμπαίνουμε εὔκολα στὸ βοῦρκο τὸν παλιό μας, θαρρώντας πὼς ξεπλένεται μὲ τὰ δειλά μας δάκρυα.
Πάνω ἀπ᾿ τὸ προσκεφάλι μας ὁ Σατανᾶς γερμένος πάντα στὰ μάγια τοῦ κακοῦ τὸ νοῦ μας νανουρίζει, τὴ πιὸ ἀτσαλένια θέληση μεμιᾶς τὴν ἐξατμίζει, αὐτὸς ὁ Μέγας χημικός, ὁ Τετραπερασμένος.
Ὁ Διάολος, τὸ νῆμα αὐτὸς κρατᾶ ποὺ μᾶς κουνᾶ! Τὰ πράματα τὰ βρωμερὰ πιότερο τ᾿ ἀγαπᾶμε, κι ὅλο καὶ πρὸς τὴ Κόλαση κάθε στιγμὴ τραβᾶμε, μὲ δίχως φρίκη, ἀνάμεσα στὸ σκότος ποὺ βρωμᾶ.
Σὰν τὸ φτωχὸ ξεφαντωτὴ ποὺ πιπιλᾶ μὲ ζάλη μιᾶς παλιᾶς πόρνης ἀγκαλιὰ πολιομαρτυρισμένη, κλεφτάτα ἁρπάζουμε κι ἐμεῖς καμιὰ ἡδονὴ θλιμμένη, ποὺ τήνε ξεζουμίζουμε σὰ σάπιο πορτοκάλι.
Σὰν ἕνα ἑκατομμύριο σκουλήκια, μυρμηγκώντας, μὲς στὸ μυαλό μας κραιπαλοῦν τοῦ Δαίμονα τὰ πλήθη, κι ὅταν ἀνάσα παίρνουμε, ὁ Θάνατος στὰ στήθη σὰν ἄϋλος ποταμὸς κυλᾶ, σιωπηλὰ θρηνώντας.
Ἂν τὸ φαρμάκι κι ἡ φωτιὰ κι ἡ βιὰ καὶ τὸ μαχαίρι δὲν ἔχουνε τὰ φανταχτὰ κεντίδια ἀκόμα κάνει στὸ πρόστυχο τῆς μοίρας μας ἄθλιο καραβοπάνι, εἶναι ποὺ λείπει ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ τὸ θάρρος κι ἀπ᾿ τὸ χέρι.
Μὰ μὲς στὶς σκύλες, τοὺς σκορπιούς, τὰ φίδια, τὰ τσακάλια, τοὺς πάνθηρες, τοὺς πίθηκους, τοὺς γύπες, τὰ θηρία ποὺ γρούζουν, σέρνουνται, ἀλυχτοῦν κι οὐρλιάζουν μὲ μανία μέσ᾿ στῶν παθῶν μας τὸ κλουβί, προβαίνει ἀγάλια, θεριὸ πιὸ βρώμικο, κακό, τὴν ἀσκημιὰ νὰ δείξει!
Κι ἂ δὲ σαλεύει κι οὔτε ἀκούει κανένας τὸ οὐρλιαχτό του, ὅλη γῆς θὰ ρήμαζε, καὶ στὸ χασμουρητό του θὰ ῾θελε νὰ κατάπινε τὸν κόσμο -αὐτὸ ῾ναι ἡ πλήξη!- πού, μ᾿ ἕνα δάκρυ ἀθέλητο στὰ μάτια τῆς κοιτάζεις, καθὼς καπνίζει τὸν οὐκᾶ, κρεμάλες νὰ στυλώνει.
Καὶ ξέρεις, ἀναγνώστη, αὐτὸ τὸ τέρας πῶς δαγκώνει! Ὦ ἀναγνώστη ὑποκριτή, ἀδέρφι ποὺ μοῦ μοιάζεις!
Charles Baudelaire
http://tvxs.gr/news/

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Ακατοίκητη πολιτεία.


Γύρισε πίσω  χωρίς να κοιτάζει
με το κεφάλι σκυφτό και βαρύ 
τα χέρια μετέωρα
Μαζί του τρέχουν τα χρόνια
Τον προσπερνούν
Θραύσματα
Μονάχη σκιά
στην ερημία της επερχόμενης νύχτας
Ο θόρυβος των άδειων τραίνων,
που ολοένα αναχωρούν
αφήνει ένα τοπίο μοναχικό
Περνούν εικόνες
από παιχνίδια μιας νιότης,
που δεν γύρεψε να παρέλθει
Κι ας κράταγε σφιχτά τα ρολόγια
Κι ας μάγευε τους λεπτοδείχτες
Κι ας  κατέβαζε τις ταχύτητες
Μιας αγάπης που διαχύθηκε μέσα στο φως
Ονόματα που λησμονήθηκαν
αμετάκλητα
Τι έγινε λοιπόν
Που ήτανε τόσο καιρό
ταξιδεύοντας
χαϊδεύοντας  άλλα σώματα
ξένα
Πνιγμένος στον ιδρώτα και στη σιωπή
Λευκό φως  λευκά σεντόνια
νοσοκομείου
Σαν είδωλο άλλου κόσμου.

Ακατοίκητη πολιτεία
δώσε το νερό της παρηγοριάς
στους λησμονημένους.

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Adieu


Δεν γνωρίζω
αν αύριο θα είμαι κοντά σου
Ίσως ήλθε η σειρά μου
εγώ να κουνώ το μαντήλι
Οι μέρες, που μου δόθηκαν
Σπαταλήθηκαν
σε κωμοπόλεις, σε φορτηγά, σε υποσχέσεις,
σε άγονες γραμμές και αθεράπευτες τύψεις
Πάντα ήμασταν ένοχοι
από παιδιά
Ακούω κάποτε τη φωνή
μιας μητέρας να πηγαινοέρχεται
στο ημίφως των πρώιμων βλεμμάτων
Καθώς πέφτει το δειλινό
με κατακλύζει η ανάμνηση
μιας ζωής που πέρασε
Κι ωστόσο μου λείπουν  μέρες και χρόνια
για να σε γνωρίσω πριν σε χάσω
Επισκέπτης σε ένα μικρό ξενοδοχείο,
που  απόθεσα τη θλίψη της εφηβείας
Δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς λοιπόν
να ξανοιχτεί σε μια θάλασσα
μυστικών μουρμουρισμάτων
Ο έρωτάς μας τόσο παράξενα
λίγος για μια ζωή
Η παλιά φωτογραφία,
που χαμογελούσαμε αγκαλιά
θα μείνει κρεμασμένη στη σιωπή του σπιτιού
Θα πάρει ο άνεμος τα φύλλα των τετραδίων
με τα παραμύθια
Ίσως απομείνει η ανάμνηση
του πρώτου λουλουδιού που σου χάρισα
την άνοιξη του μεγάλου μας έρωτα.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

ΘΟΥΛΗ ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΝΗΣΙ

ΘΟΥΛΗ είναι ο τίτλος της νέας μου συλλογής ποίησης που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο από τις εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ. 


Η αρχαία Θούλη είναι ένα νησί που αναφέρει ο αρχαίος Έλληνας ερευνητής Πυθέας, ο οποίος ταξίδεψε γύρω στο 325 π.Χ. από τη νότια Ισπανία στη Μεγάλη Βρετανία. Σύμφωνα με τα γραπτά του η Θούλη βρίσκεται στον «ακραίο βορρά», έξι μέρες βόρεια της Βρετανίας. Για το λόγο αυτό, το όνομα της Θούλης συμβολίζει από την εποχή της αρχαιότητας την πιο βόρεια άκρη του κόσμου (λατ. ultima thule).



Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Χρόνια πολλά και ευτυχισμένο το 2013


Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Γιάννης Λειβαδάς: Δύο δοκίμια με την ποίηση*

Η Ποίηση και η Κατάσταση
leivadas-dokimia
H ποίηση είναι προνόμιο. Η γλώσσα φιλοξενεί τον ποιητή. Ο ποιητής οφείλει την αποθέωση. Την εκπαρθένευση, δηλαδή, κάθε τεκμηρίωσης. Και αυτό γιατί ο ποιητικός λόγος βρίσκεται πάντοτε, λίγο ή πολύ, πιο μπροστά από την πιο πρόσφατη ερμηνεία του.
Για να μιλήσουμε για την σύγχρονη ποίηση και την κατάσταση στην Ελλάδα, κρίνεται αναγκαίο να επανέλθουμε, όσο βαρετό και αν είναι, στα απολύτως βασικά ζητήματα που μας έχουν κουράσει τα αυτιά και τα μάτια. Διότι μέσα στην κεκτημένη ταχύτητα του ανθρώπου να βγει μπροστά, αποδείχθηκε πως δεν βαστά η μνήμη του και πως δεν μαθήτευσε επαρκώς στα σημεία και τα τέρατα της γραφής.
Μπορούμε λοιπόν να αναφερθούμε σε ορισμένα γνωρίσματα, καταθέτοντας μία ακόμη, όχι άποψη, αλλά ιδέα για την ποίηση και την κατάσταση, δίχως ουδεμία πρόθεση να εξοστρακιστεί κανείς, ή να λοιδορηθεί το έργο οποιουδήποτε. Η ορμή των σχολιασμών είναι φυσική και δεν στοχεύει σε τραυματισμούς, εξάλλου ένα κείμενο που θα γραφόταν με τέτοια πρόθεση δεν θα ήταν χρήσιμο σε τίποτε.
Πολλά λέγονται και γράφονται για το επίπεδο της ποίησης των ημερών μας, και όλοι οι σχολιαστές δεν εδράζουν τις παρατηρήσεις τους παρά στο πλατό των ορισμών και των διασαφηνίσεων που όλοι συμφωνούμε πως αποδεχόμαστε ως αξία. Παρόλα αυτά δεν κρίνουμε και δεν αντιμετωπίζουμε παρόμοια την ποίηση που γράφεται σήμερα.
Αδιαφορώντας για τα λεγόμενα εκείνων που κάνουν φιλολογικό τουρισμό, απομένουμε με ένα ιδιαιτέρως μικρό σύνολο δημιουργικών σχολιαστών. Έστω μέσα σε αυτό το περιορισμένο πλαίσιο λοιπόν, κυκλοφορούν διαφορετικές εκτιμήσεις για την σύγχρονη ποιητική γραφή. Και υπάρχουν βέβαια και άλλες που δεν έχουν ικανοποιητικά δημοσιοποιηθεί. Μία απ’ αυτές θα προσπαθήσω, παρότι δεν έλκομαι διόλου από τη δοκιμιακή γραφή, να εκθέσω στο παρακάτω κείμενο, χρησιμοποιώντας και ορισμένα αποσπάσματα από δύο μικρά αλλοτινά δοκίμια που έγραψα πριν από χρόνια.
Το φαινόμενο της «κοινής» γλώσσας ή της απουσίας συγκεκριμένων πρωτοβουλιών ανάμεσα στους ποιητές μίας γενιάς, μίας εποχής ή μίας συγκεντρωτικής αξιολόγησης, πώς μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς; Όταν οι ποιητές έχουν εν πολλοίς καταθέσει το ιδίωμα μίας λαβωματιάς από το αγκάθι του ρόδου που έκοψαν, δεν σημαίνει επουδενί πως έχουν δημιουργήσει δική τους ποιητική γλώσσα, πως έγραψαν δηλαδή καινούργια ποίηση. Κι αυτό διότι απλώς επανήλθαν σε προηγούμενες ποιητικές επινοήσεις, ανακυκλώνοντας κάθε περιούσια, ή μη, τυπολατρία. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός πως δεν παράγεται προσωπικό ιδίωμα. Μία γλώσσα δηλαδή μέσα στην οποία ο ποιητής ποντάρει στο ακατόρθωτο. Και ο λόγος δεν είναι άλλος απ’ αυτόν: οι λεγόμενοι ποιητές απλούστατα ποθούν να ξεχάσουν τον εαυτό τους γράφοντας. Πιστεύουν πως «η υπογραφή του ποιητή» θα πάψει εκείνη την σύμβαση που τους επιβάλλει μυστικά την αίσθηση του περιορισμένου, του ασαφούς, της όποιας οδύνης εμποδίζει τον «έτοιμο» άνθρωπο να γευθεί την «άλλη ζωή». 
Πολύ απλά, ο ποιητής δεν μπορεί παρά να διαθέτει, δημιουργικά, μία και μόνη ιδέα, την Προσωπική (του) Γλώσσα, και δεν μπορεί παρά να υποστεί μονάχα την επικράτεια μίας οικουμενικότητας, τίποτε πιο μικρό ή περιορισμένο. Αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση.
leivadas-dokimia2 
Η σχέση των ποιητών με την Παράδοση, για την οποία έχει γίνει αρκετές φορές λόγος, είναι μάλλον ανύπαρκτη. Προφανώς υπάρχει σοβαρή σύγχυση ανάμεσα στην διακειμενικότητα και την παράδοση. Στην Παράδοση ανήκει όποιος της παραδίδει, όχι εκείνος που παραλαμβάνει απ’ αυτήν. Για αυτόν ακριβώς  τον λόγο η ποιητική γραφή ξεπερνά κάθε πολιτισμική, πολιτική, αισθητική, ψυχολογική ή άλλη σύμβαση, ώστε να καταφέρει να αποτελέσει Παράδοση. Η ποίηση, αν θεωρήσουμε πως δρα με κάποιον τρόπο, δεν κάνει άλλο από το να υφίσταται ως Παράδοση μέσα στην ιδέα που χρησιμοποιεί η ίδια για να εδράζει ως Υπερ-αντικείμενο τον εαυτό της. Απόλυτη έκφραση της ποίησης είναι ο ίδιος ο ποιητής.
Διαβάζοντας κανείς έργα νεότερων ποιητών ή και φύλλα δοκιμιακού χαρακτήρα που δημοσιεύουν, διακρίνει το εξής φαινόμενο: η ποίηση αντιμετωπίζεται σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον, που είναι. Η ποίηση όμως είναι πριν και πάνω απ’ όλα μια ειδική σχέση με τη ζωή, με τα πράγματα, είναι μία κατάσταση απόλυτης έκθεσης στο Άλλο. Καθαρή μεταφυσική. Ο ποιητής είναι το σχήμα, ο χώρος της αποδοχής του Άλλου, μέσα στο οποίο εντοπίζεται και υποκινείται το σώμα και ο νους του ποιητή. Στην πραγματικότητα δηλαδή, ο ποιητής όταν γράφει αποτυγχάνει, δεν πετυχαίνει, και δεν απομακρύνεται αλλά επιστρέφει. Αποτυγχάνει και επιστρέφει σε σχέση με το ανέφικτο (impossible). Διότι, κι εδώ χρειάζεται ένα καθαρό χαμόγελο, ποίηση του εφικτού –σαν αυτή που είναι ευρέως διαδεδομένη- δεν υπάρχει.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται μία πρώτη απόδειξη τέχνης ή αποδεικνύεται η απουσία της. Αν η αποτυχία του ποιητή καθώς και η επιστροφή του κρίνονται με βάση κάποια στατική επίγνωση, τότε δεν παράγεται ποίηση. Εξάλλου κάθε επίγνωση, ως γνήσιο τέκνο της συνείδησης, η οποία είναι μία εκ γενετής ψευδαίσθηση, διαθέτει πολύ μικρό σχήμα για να χωρέσει την τέχνη. Η ποίηση χωρά μόνον στο όχημα του Μη-Σχήματος.
Αν η γραφή είναι τροχός (που πράγματι μοιάζει να είναι), δεν παύει ποτέ να περιστρέφεται. Το πιθανό bonus δηλαδή της επιτυχίας όταν η ακίδα σταματήσει τον τροχό στο «Τα παίρνεις όλα» υφίσταται μόνον στην αρρωστημένη φαντασία κάποιων.
Κατά βάθος πρόκειται για τον ανείπωτο πόθο της κοινωνίας να σπάσει τα δεσμά της προσπαθώντας να γίνει μία κοινωνία «ποιητών» , μα όχι μία κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων. Προφανώς διαφεύγει το γεγονός πως ο ποιητής δεν γνωρίζει ούτε την σκλαβιά μα ούτε και την ελευθερία· είναι φαινόμενο προηγμένο και τελεσφόρο σε σχέση με αυτό που ονομάζουμε «κοινωνία».
Καμώνονται λοιπόν ορισμένοι πως ποιητές μας είναι οι διαφημιστές των τραυματισμένων πόθων μας. Φευ! Ο ποιητής είναι πάνω απ’ όλα μια στάση ζωής, μια φυσικότητα που διαρκώς αναδεικνύει δίχως να αναδεικνύεται. Αυτό που πολλοί θεωρούν ποίηση είναι μία άκαμπτη διακόσμηση, δεν συμμετέχει στον ρου της ζωής, δεν αντανακλά στη μνήμη. Δεν μιλάμε συνεπώς για ποίηση. 
leivadas-dokimia3 
Η ποίηση ανήκει αποκλειστικά στο γίγνεσθαι, όχι στο είναι. Ο ποιητής αποτελεί μία άσωτη διαταραχή ανάμεσα στο ατομικό και το κοσμικό στοιχείο – κι αυτήν τη διαταραχή όντας νομοτελειακά πυρσός της εποχής, πρέπει πάση θυσία να μετακενώσει ζώντας και γράφοντας. Μόνο τότε η δουλειά του ποιητή θα ‘χει πετύχει.
Η Μούσα δεμένη στον βράχο του Προμηθέα. Μιλώ σαφέστατα για την πιο σκοτεινή σκληρότητα που μπορεί να χωνέψει η ανθρώπινη συνείδηση. Ο ποιητής αναμετράται με μια δρακόντεια απαίτηση: εκείνη της γλώσσας της ζωντανής που μιλά με τη σοφία της συγχρονικότητας και της αλλοίωσης. Ποίηση είναι εκείνη που στοιχειώνει τον θάνατο, περιφρονεί την ελπίδα και ζει με το αιώνιο βάσανο. Ακόμη κι αν πρόκειται για το minimum της είδησης ενός Νέου Όντος, μ’ αυτό το ασύμφορο θα καταγίνεται υποχρεωμένο το μέλλον. 
Η ποίηση δεν αποτελεί μέρος του διακόσμου του ανθρώπινου σύμπαντος, ούτε και είναι η ιέρεια της εξιλέωσης των πληγών του. Είναι η έσχατη προσομοίωση της καταστροφής και της δημιουργίας του. Βασικό εμπόδιο λοιπόν για την επίτευξη αυτής της προσομοίωσης είναι η ατολμία. Και εννοούμε την ατολμία του πνεύματος να συντελέσει στο ξεπέρασμα της διατύπωσης ώστε το ποίημα να είναι ποίηση και όχι αισθητική τακτοποίηση μίας «διακήρυξης», να είναι Τέχνη. Γιατί μία απλή “διακήρυξη ελευθερίας” του ποιητή είναι κατ’ ουσία ανώφελη.
Απαιτείται μια κάποια δημιουργική υλοποίηση ενός ορισμένου αιτήματος. Η υλοποίηση αυτή είναι η διαφορά, η οποία όμως υφίσταται μόνο ως υπεροχή και όχι ως υποχώρηση (σύμβαση), όπως διατείνονται έμμεσα ορισμένοι, και ευλογούν οι διακεκριμένοι «πατέρες» της γραφής.
Εκεί λοιπόν που κάποιοι αναγνωρίζουν τον ερχομό μίας νέας ποιητικής γενιάς με αναθεωρημένη προβληματική, υπάρχουν και άλλοι που δεν διακρίνουν παρά καρικατούρες που περιφέρονται με κάποιο «χρίσμα» ικανοποιώντας την ανούσια ματαιοδοξία τους. Βλέπουν τα αποτελέσματα των διατυπώσεων εκείνων που τόσο άστοχα έβαλαν μεγάλο σημάδι στη «γενιά του ‘30(;)», άφησαν ένα τεράστιο κενό ανάμεσα, και ξανασημάδεψαν εντελώς αυθαίρετα στη «γενιά του ‘80(;)», η οποία έφερε με τη σειρά της στον κόσμο μία φουρνιά νεότερων ποιητών, τους σημερινούς,  που λογοπαικτούν με το απόκομμα της πρόωρης συνταξιοδότησής τους.
Η «νέα γενιά ποιητών» πιστεύω πως δεν είναι υποχρεωτικά αυτή που παρουσιάζεται ως τέτοια. Υπάρχουν σοβαροί ποιητές που δεν έχουν αναγνωριστεί ούτε και εκτιμηθεί επίσημα, βρίσκονται κάπου πιο απόμερα. Εκεί που οι μηχανισμοί τεχνητού φωτός των κριτικών, των ακαδημαϊκών και των επαϊόντων δεν καταφέρνουν να λάμψουν. Ποτέ άλλωστε δεν το κατάφεραν. 
Οι πραγματικοί ποιητές γνωρίζουν πως αυτό που εξακολουθεί είναι ένα και απαράλλακτο, η διερώτηση μίας Απολύτου Υπάρξεως, το ζήτημα της πίστης στο Ιερό. Κάθε διαφοροποίηση αυτού του φαινομένου είναι κι ένας μανδύας του αδιαφοροποίητου. Όλες οι πτώσεις των μανδυών είναι η ιστορία της ποίησης· γραμμένη από όσους επιδόθηκαν στην έκδυση, στην κορύφωση. Κορυφαίο είναι το εντελώς απρόβλεπτο που προκύπτει από την εσκεμμένη απαλλαγή του ποιητικού λόγου από την προφανή ισορροπία και την φαινομενική στρατηγική του.
Μα εδώ τα χέρια ιδρώνουν και ο ίσκιος χάνεται κάτω απ’ τα πόδια, διότι: με τι καταγίνεται κανείς όταν λέει πως είναι ποιητής; Με την προγύμναση μπροστά στην επερχόμενη εξαφάνιση ή με την έσχατη επιβεβαίωση; Πρόκειται για λαχτάρα «άλλων κόσμων», για «εξαγνισμένη λησμονιά», για απόθεση κορώνας σε κάποιο υψηλό μέλημα;
leivadas-dokimia4 
Ας ακουστεί κι αυτή η άποψη λοιπόν: ο ποιητής λειτουργεί ως αυθέντης, ως διάνοια που διαβλέπει και συνιστά· φέρνει τον κόσμο σε μία νέα αφετηρία της οποίας τα στοιχεία τα κατέχει και τα εξουσιάζει ως «μονάρχης ιδίω δικαίω» όπως θα έλεγε και ο Έμερσον. Προτείνει στον κόσμο νέες αντιληπτικές εμπειρίες και κρίνει πως ο άνθρωπος οφείλει να αποκαλυφθεί, πως ο άνθρωπος έχει μείνει τραγικά πίσω, και πως ακόμη και αν ο ποιητής στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, ή και πάνω από το ύψος αυτό, ο άνθρωπος έχει επικίνδυνα αδυνατίσει στο εσωτερικό του για να δεχθεί τη δική του συνδρομή. Και για αυτό ευθύνη του ποιητή είναι να μεταβάλλει τον κόσμο και όχι να πορεύεται σύμφωνα με την συντονισμένη πρόσληψη. Ο ποιητής καταφέρνει να μην υποταχτεί στην ανθρωπότητα, αναλαμβάνοντας το βάρος της συλλογικής της πτώσης. Είναι ο ερχόμενος άνθρωπος, όχι το ανθρωπάριο που υποτιμά την ύπαρξη, το οποίο τανύζεται μεταξύ αυτο-προσδιορισμού και κοινωνικού φαίνεσθαι.
Η εναργής μυθολογία του προσωπικού θανάτου που δημιουργεί ψηφίδα-ψηφίδα την εικόνα της ποίησης από μέσα μας, βρίσκεται στα αζήτητα. Η ποίηση πέφτει όλο και πιο χαμηλά μέσα στον κάδο της τυποποίησης του ορθού λόγου, ειδικά όταν παρασύρεται από κατήφεια και μετατρέπεται σε απλή ανάγκη να καταγραφεί. Πόσοι από τους νέους ποιητές και τις νέες ποιήτριες δεν γράφουν με το καρμπόν της «θλίψης»; Καθώς και οι περισσότεροι από τους «καταξιωμένους» ποιητές και τις ποιήτριες που από καιρό θεωρούνται οι κορυφαίοι μας;
 Η ποίηση ακριβώς επειδή είναι (μετα)φύση, δεν είναι άλλο από μία διαρκής παρουσία. Νόημά της είναι η ίδια της η ύπαρξη. Η ποίηση ασχολείται με κάτι που δεν γίνεται διανοητικά να ολοκληρωθεί. Το Κενό. Την άληκτη διερώτηση για την κεντρική αλήθεια των πραγμάτων και των ορίων που υποβάλλονται για να καταργούνται. Η ποίηση δρα αδιάφορα ή ενάντια στις γενικές δυνατότητες, είναι εξαιρετική ειδίκευση, αποτελεί δε μέρος του απόλυτου υπερ-Αντικειμένου και δεν προβληματίζεται με τη θέση της διότι είναι η απόλυτη έκφραση εκείνου. Προβληματίζεται όμως με τις εκδοχές του.
Για αυτό λοιπόν, ο ποιητής δεν γράφει με το ταλέντο (το ξεπερνά), γράφει με την απώθηση της ευκολίας και της επισήμανσης. Ο ποιητής βαδίζει στο πουθενά. Το ποιητικό έργο ορίζεται από την ποιητική σύσταση του δημιουργού, από την ποιητική δύναμη που τον καθιστά ποιητή. Γιατί η ποίηση ξεκινά από την πρωτοβουλία να την πραγματώσει κανείς, και όχι από την κάψα να «γίνει» ποιητής.
Η ποίηση είναι εκείνη η δύναμη συνοχής του πνεύματος και του σώματος του ποιητή, η οποία καταλήγει κάθε φορά που γράφεται στο χαρτί. Όργανο της ποίησης δεν είναι το ποίημα, είναι ο ποιητής. Στην πραγματικότητα τα ποιήματα είναι παράσιτα αυτής της συντέλεσης. Η ποίηση όταν κυκλοφορεί σε έντυπη μορφή είναι πλέον νεκρή. Το ποίημα είναι στο εξής ένα κηδειόσημο· παρόλα αυτά, λέει πολλά. Ο αναγνώστης και ο επίδοξος ποιητής, οφείλουν να εγείρουν τη δική τους δυνατότητα ποίησης από την αναγγελία θανάτου, λαμβάνοντας γνώση τόσο από το γεγονός της τοιχοκόλλησης, όσο και απ’ όσα γράφτηκαν στο χαρτί.
Ο πραγματικός ποιητικός λόγος αδιαφορεί μπροστά στην διαβόητη «ανάσταση», στην περίπτωσή μας δηλαδή, την τεκμηρίωση μίας ποιητικής Φανέρωσης, πολύ απλά γιατί τίποτα δεν έχει πεθάνει, παρά μόνο ο ποιητής. Ο ποιητής (ήτοι η ποίηση) είναι ο Νεκρός (ο αληθινός Φανερωμένος). Το ανήκουστο και αέναο της δυνατότητας Να Είναι.
Σχετικά Θέματα

Γιάννης Λειβαδάς: Δύο δοκίμια με την ποίηση*

  • Αναδημοσίευση από το 4ο τεύχος της λογοτεχνικής επιθεώρησης “Κουκούτσι”, Ιούνιος 2011
koukoutsi-1
Περισσότερα για τον Γιάννη Λειβαδά στην ιστοσελίδα του
http://livadaspoetry.blogspot.fr  

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Τι είναι ποίηση;

Η ποίηση είναι ανάπτυξη ενός επιφωνήματος
Βαλερύ
Η ποίηση είναι η αναζήτηση του ανεξήγητου
Στήβενς
Η ποίηση είναι το άλλο πρόσωπο της υπερηφάνειας.
Οδυσσέας Ελύτης
Η ποίηση είναι σαν ένα πουλί, αγνοεί όλα τα σύνορα.
Yevgeny Yevtushenko
Η ποίηση είναι μια αρρώστια του μυαλού.
Alfred de Vigny
Ποίηση είναι να κατοικείς έξω από τη μέρα
Jorge Mijos
Η ποίηση αρχίζει πάντα, όταν κάποιος που πρόκειται να γίνει ποιητής, διαβάζει ένα ποίημα.
Μίλτον
Η ποίηση είναι μια λύτρωση ατομική - αν όχι ανάδειξη. Μπορείς μιαν άκρη μόνο της αλήθειας να σηκώσεις, να ρίξεις λίγο φως στην πλαστογραφημένη σου ζωή
Τίτος Πατρίκιος
Η ποίηση μας δημιουργεί την εντύπωση, όχι πως ανακαλύψαμε κάτι καινούργιο, αλλά πως θυμηθήκαμε κάτι που είχαμε ξεχάσει.
Μπράντλεϋ
Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
Καρυωτάκης
Η ποίηση είναι ένας φασιανός που χάνεται στους θάμνους
Στήβενς
Η ποίηση έχει σώμα ζεστό κι ολοζώντανο και το αίμα της κυκλοφορεί όπως το όνειρο στον ύπνο και στις φλέβες.
Νόρα Αναγνωστάκη
Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.
Σεφέρης
Η ποίηση υπαγορεύεται από ένα δαιμόνιο, αν και θα ήταν υπερβολή να το χαρακτηρίσει κανείς αγγελικό.
Ζεζλάβ Μίλοζ
Η ποίηση δεν είναι παρά ένας μεγεθυντικός φακός της πραγματικότητας. Η μεγέθυνση των αληθινών διαστάσεων του ανθρώπου και του κόσμου που μας περιβάλλει, μπορεί να μας μεταδώσει την αίσθηση του μεγαλείου της ζωής την οποία είμαστε έτοιμοι να καταστρέψουμε.
Νικηφόρος Βρεττάκος
Η ποίηση είναι έκφραση, αν ένας στίχος είναι έκφραση, αν καθένα από τα μέρη που απαρτίζουν ένα στίχο, κάθε μία λέξη, είναι εκφραστικά μόνα τους.
Κρότσε
Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.
Αναγνωστάκης
Η ποίηση είναι δυο θαμποί προβολείς μες στην ομίχλη, ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη ζω.
Αναγνωστάκης
Η ομορφιά καραδοκεί. Αν είμαστε ευαίσθητοι, θα την αισθανθούμε μέσα στην ποίηση όλων των γλωσσών.
Μπόρχες
Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.
Εμπειρίκος
Η ποίηση είναι χαρταετός που ξέφυγε απ' τα χέρια παιδιού.....πεταλούδα που γλιτώνει απ' τη φωτιά..... νύχτα στρωμένη τσιγάρα λέξεις …
Θωμάς Γκόρπας
Η ποίηση αρχίζει με την επίγνωση εκ μέρους μας όχι της Πτώσης, αλλά του ότι πέφτουμε.
Μπλουμ
'Οταν διαβάζουμε ένα καλό ποίημα, φανταζόμαστε πως κι εμείς θα μπορούσαμε να το έχουμε γράψει, πως το ποίημα προϋπήρχε μέσα μας.
Μπόρχες
Η ποίηση ένα πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό.
Πλάτων
Η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση. Δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα.
Έλιοτ
Εκείνος που γράφει ποιήματα είναι ακριβώς εκείνος που περνά άφοβος από νεκροταφείο νύχτα.
Νίκος Καρούζος
Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες όπου η ζωή χορεύει
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
Η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης.
Πάουντ
Η ποίηση είναι σκέψεις που αναπνέουν, και λέξεις που καίνε.
Edgar Allan Poe
Ποίηση είναι όταν ένα συναίσθημα έχει βρει τη σκέψη του και όταν η σκέψη έχει βρει τις λέξεις της.
Robert Frost
Ένα ποίημα αρχίζει με απόλαυση και τελειώνει σε σοφία.
Robert Frost
Ένας ποιητής πρέπει να αφήνει ίχνη του περάσματός του, όχι αποδείξεις.
Γουάλλας Στίβενς
Το ποίημα αναγγέλει τον θάνατο του ποιητή την εξορία του ενικού αριθμού
Τάσος Κουράκης
Η ποιότητα ενός μεγάλου ποιητή είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση.
Κόλεριτζ ή Ντε Κουίνσυ
Αν κάποιος μάθει καλά ελληνικά, μπορεί να βρει σχεδόν "ολόκληρη την ποίηση" στον Όμηρο.
Πάουντ
Είναι παράξενο πως γράφει κανείς ποιήματα.
Σεφέρης
Οι ποιητές όλων των εποχών έλαβαν μέρος στη συγγραφή ενός Μεγάλου Ποιήματος αενάως εν εξελίξει.
Σέλλεϋ
Στην ίδια την ουσία της ποίησης υπάρχει κάτι το απρεπές: Φανερώνονται πράγματα που δεν ξέραμε πως τα κρύβαμε μέσα μας και τρομάζουμε σα να είχε ξεπηδήσει μια τίγρης και στεκόταν μπροστά μας στο φως τινάζοντας την ουρά της.
Σέσλαβ Μίλοζ
Όλη η ποίηση είναι  πειραματική.
Στήβενς
Οι λέξεις φταίνε... αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν' αρχίσουν να συμβαίνουν..
Κική Δημουλά
Η ποίηση είναι η αιτία που φθείρει το κάθε τι από το μη είναι στο είναι.
Πλάτωνας
Η ζωγραφική είναι σιωπηλή ποίηση, και η ποίηση είναι ζωγραφική που μιλάει.
Σιμωνίδης
"Διο ευφυούς η ποιητική εστιν ή μανικού. Τούτων γαρ οι μεν εύπλαστοι οι δε εκστατικοί εισίν".
(Η τέχνη της ποίησης είναι έργο του προικισμένου μάλλον παρά του μανικού καλλιτέχνη, γιατί ο πρώτος είναι ο επιδέξιος μιμητής, ενώ ο δεύτερος κατέχεται από ενθουσιασμό και του λείπει η ψυχική ηρεμία).
Αριστοτέλης

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Γκέρχαρντ Φάλκνερ: "Σίγουρα η ποίηση δεν θ' αλλάξει πολλά, ωστόσο θα δώσει προοπτική στον κόσμο"

Τη νύχτα που έπεσε το Τείχος/ τα μάτια μου ήταν/ πολύ μικρά, για να τα προσέξει/ η παγκόσμια ιστορία.
Συνέντευξη στον Βασίλη Ρούβαλη

Είναι η στερεότυπη αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ της ποίησης σε διάφορες γλώσσες; Πόσο γνωρίζουν οι γερμανόφωνοι τη σύγχρονη ελληνική ποίηση και αντίστροφα; Ο Γερμανός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και δοκιμιογράφος Γκέρχαρντ Φάλκνερ κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι κι απαντάει με νόημα: "Διάβασα ποιήματά μου στον χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς, στην Πλάκα. Κυριολεκτικά εκτοξεύτηκαν σ' αυτό το περιβάλλον. Ήταν η πιο έντονη ποιητική εμπειρία που είχα ποτέ έως τώρα". Αναφέρεται στην εκδήλωση που οργανώθηκε για εκείνον, κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα με αφορμή τους εορτασμούς για τα 60 χρόνια παρουσίας του Ινστιτούτου Γκαίτε στην ελληνική πολιτιστική ζωή. Ο ίδιος φαίνεται ότι δεν γνωρίζει πολύ καλά τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Δικαίως, καθώς η λογοτεχνική δημιουργία της χώρας δεν βρίσκει διαύλους ή ανταπόκριση σε ξενόγλωσσες αγορές, πέραν μεμονωμένων περιπτώσεων.
Στον γερμανόφωνο κόσμο, πάντως, ο 61χρονος Βαυαρός δημιουργός έχει ξεχωρίσει ως μια ιδιότυπη λογοτεχνική περσόνα, με κυρίαρχη την ειρωνεία όσο και τη στοχαστική διάθεση ανάμεσα στις λέξεις του, αλλά και ως μια προσωπικότητα ενεργή στα κοινωνικά και πολιτικά προτάγματα της εποχής. Δεν διστάζει να χρησιμοποιεί την πρόκληση στους στίχους του: αναφέρεται στη δυναμική του παρόντος και το διαχωρίζει από την καθημερινότητα, γράφει για την ανθρώπινη κατάσταση χωρίς λυρισμό, αλλά με βαθιά τρυφερότητα για το άτομο στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, τον ενδιαφέρει η στοχαστική επικοινωνία παρά η εκφορά ενός εύκολου-γρήγορου μηνύματος.
Ο αναγνώστης του αντιλαμβάνεται αυτή τη διάθεση αποτύπωσης, ερμηνείας, προοπτικής. Κάτι που γίνεται ακόμα πιο συγκεκριμένα στη συλλογή του "Πόλη αμφίδρομης επικοινωνίας - Ground Zero" που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης (δίγλωσση, σειρά "Μεταφορές", μτφρ.: Μαρίνα Αγαθαγγελίδου). Επιδίωξή του αποτελεί η χαρτογράφηση του ατομικού και του συλλογικού στην ιστορική εξέλιξη του προηγούμενου αιώνα, η ερμηνεία του εκρηκτικού μείγματος γεγονότων και προσωπικών εμπειριών από αυτά τα γεγονότα, σε τέτοια εναλλαγή. Κι ακόμη, ανάμεσα στους στίχους αυτής της ποιητικής σύνθεσης ελλοχεύει ο αναστοχασμός της ποιητικής έκφρασης. Ο ποιητής χρησιμοποιεί τη στέρεη βάση της γερμανικής ποιητικής παράδοσης (κυρίως τον Ρίλκε και τον Χέλντερλιν) μπολιάζοντάς τη με τη δική του απελευθερωμένη, προοδευτική ιδιοσυγκρασία.
Ο γλωσσικός πλούτος του (που εύστοχα δοκιμάστηκε στη μεταφορά του στην ελληνική γλώσσα από τη Μαρίνα Αγαθαγγελίδου) είναι εμφανής. Όπως επίσης η κρίσιμη χρήση της ειρωνείας, η χαμηλών τόκων μελαγχολία, η σύγχρονη εκφραστική αμεσότητα, τα διαδικτυακά σύμβολα επικοινωνίας, δεδομένα με τα οποία διαμορφώνει ένα δικό του, πρωτότυπο ποιητικό πλέγμα.
Στον πρώτο στίχο "Κοιμήθηκα ελάχιστα/ αυτόν τον αιώνα" ο Φάλκνερ δηλώνει έμπρακτα την ανήσυχη ματιά του για τα προηγούμενα και για τα έποντα: "Δεν ξέρω αν είμαι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος για τον 21ο αιώνα. Έχει άραγε ξεκινήσει; Το σίγουρο είναι ότι κάθε τέλος ορίζει μια αρχή, στην Ιστορία".
Εφόσον τα πάθη του προηγούμενου αιώνα υφίστανται, μετά τους δύο παγκοσμίους πολέμους, ο νέος αιώνας υποτίθεται ότι θα προτείνει την ελπίδα. "Ετούτο μπορεί να συμβεί μέσα από την ποίηση. Είναι σίγουρο ότι δεν θα αλλάξει πολλά, ωστόσο η ποίηση θα δώσει μια προοπτική στον κόσμο. Για να επιτευχθεί αυτό, οφείλουμε να προσεγγίσουμε εκ νέου τη γλώσσα. Διότι η γλώσσα είναι το εργαλείο της ποίησης, εκείνης που θα πλάσει μια νέα εκφραστική για τον σύγχρονο άνθρωπο".
Ο ποιητικός λόγος, ωστόσο, αντιμετωπίζει την τεχνολογική ευκολία της εποχής. Το θυμικό επηρεάζεται από τη γρήγορη εικόνα, το σύμβολο είναι ένα σημάδι εντός της οθόνης, η πραγματικότητα είναι μη πραγματικότητα ιδωμένη μέσα από χιλιάδες όμοια πίξελ. Έχει την απάντηση για τους ποιητές, λέγοντας ότι το έργο τους είναι κατά βάση πολιτικό:
"Οι νέες τεχνολογίες κοστίζουν, απαιτούν ενέργεια. Ο ποιητής διαθέτει το προνόμιο της δημιουργίας ενός εσωτερικού μονολόγου - αυτή την απαραίτητη υπαρξιακή συνθήκη για να υφίσταται το άτομο, να πορεύεται στον ιστορικό χρόνο. Η ανθρώπινη κατάσταση απαιτεί σκέψη και έκφραση, όχι αποκλειστικά επικοινωνία. Είναι το δίπολο που αδυνατεί να καλύψει ο 'homo technologicus', σε αντίθεση βεβαίως με τον ποιητή".
Ο ίδιος δηλώνει σαφώς προβληματισμένος για το παρόν. Γράφει χαρακτηριστικά σ' ένα απόσπασμα της συλλογής: "Οπλίστηκα απέναντι στην ομορφιά/ απέναντι στη φύση/ κι απέναντι στο σχέδιο του πνεύματος/ να επιχρυσώσει την conditio humana". Είναι ένα αρνητικό σχόλιο, λέει, "διότι πιστεύω ότι η ανθρώπινη συνθήκη δεν επηρεάζεται από την ποίηση. Ίσως μπορεί να θέσει ερωτήματα για την ιδεολογία, την κοινωνία, την αντίληψη του ατόμου. Αλλά όμως, η ποίηση περιορίζεται στην αποτύπωση της διαδικασίας μεταλλαγής της ανθρώπινης συνθήκης...".
Ζώντας για χρόνια στο εξωτερικό, ο Φάλκνερ έχει εξασκήσει τη ματιά του σε πρόσωπα και τοπία. Δηλώνει ενδιαφέρον για την επιμονή των Ελλήνων να παραμένουν ζωντανοί στην παρούσα φάση: "...τουλάχιστον οι άνθρωποι με τους οποίους έχω συναντηθεί στην Αθήνα, άνθρωποι των τεχνών κυρίως, φαίνεται ότι δεν το βάζουν κάτω. Διακρίνω μια υπόγεια και εκκολαπτόμενη πολιτισμική κατάσταση εδώ, έναν παλμό που αποτυπώνεται σε καλαίσθητες εκδόσεις βιβλίων, σε ωραία βιβλιοπωλεία και άλλα καλλιτεχνικά στέκια της πόλης. Οι άνθρωποι προσπαθούν να είναι γελαστοί...".
Αναπόφευκτα, η μισή Ευρώπη μισεί τη Γερμανία αυτή τη στιγμή. "Πώς αντιμετωπίζεται αυτό το φαινόμενο από τους ίδιους τους Γερμανούς διανοουμένους;", τον ρωτάμε. "Δεν μπορώ να δώσω απαντήσεις για τα οικονομικά και τις επιπτώσεις τους στη σημερινή Ευρώπη. Όλα όμως είναι τόσο περίπλοκα για όλους μας. Φυσικά, υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, αυτό το πολιτικό παιχνίδι που παίχθηκε εναντίον της Ελλάδας είναι απαίσιο. Στη λογοτεχνική διαδρομή μου έχω υπάρξει αιρετικός. Και είμαι εξ αρχής κριτικός απέναντι στη Γερμανία, την πάλαι ποτέ του ναζισμού όσο και τη σύγχρονη. Η αγάπη προς την πατρίδα μου δεν αναιρεί την αμφισβήτηση και την ειρωνεία σε πολλά πράγματα...".
Πηγή: Αυγή

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Καλή Χρονιά και Χρόνια Πολλά


Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Αν Σέξτον, Ο θάνατος της Σύλβια

Ο θάνατος της Σύλβια 
στη Σύλβια Πλαθ

Ω Σύλβια, Σύλβια
μ' ένα φέρετρο λίθων και κουταλιών
με δυο παιδιά, δυο μετεωρίτες
περιπλανώμενα σαν τ' αδέσποτα στο λιλιπούτιο δωμάτιο των παιχνιδιών,
με το στόμα σου μέσα στο σεντόνι,
στης στέγης το δοκάρι, στη βουβή προσευχή,
(Σύλβια, Σύλβια,
πού πήγες
αφότου μου 'γραψες
από το Ντεβονσάιρ
για την καλλιέργεια των πατατών
και τα μελίσσια;)
τι περίμενες,
πώς ακριβώς ξάπλωσες μέσα;
Κλέφτρα! -
πώς σύρθηκες εντός,
σύρθηκες κάτω ολομόναχη
μέσα στον θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσον καιρό επιθύμησα
ο θάνατος που είπαμε πως κι οι δυο ξεπεράσαμε
αυτός που φορέσαμε στα λιπόσαρκα στήθια μας
αυτός που τόσο συχνά συνομιλήσαμε κάθε φορά
που κατεβάσαμε τρία διπλά ντράι Μαρτίνι στη Βοστώνη,
ο θάνατος που ειπώθηκε από ψυχαναλυτές και θεραπείες
ο θάνατος που ειπώθηκε σαν νύφες με σκευωρίες,
ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του,
τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη;
(Στη Βοστώνη
η θανάσιμη
βόλτα με ταξί,
ναι, θάνατος ξανά,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας).
Ω Σύλβια, θυμάμαι τον νυσταγμένο ντράμερ
που πάλλεται πάνω στα μάτια μας με μια παλιά ιστορία,
πόσο θέλαμε να τον προσκαλέσουμε
σαν έναν σαδιστή ή μια αδερφή της Νέας Υόρκης
να κάνει τη δουλειά του,
μια αναγκαιότητα, ένα άνοιγμα στον τοίχο ή μια φάτνη,
και από εκείνον τον καιρό περίμενε
κάτω απ' τις καρδιές μας, το ερμάριό μας,
και τώρα βλέπω πως τον διαφυλάξαμε
χρόνο με τον χρόνο, παλιές αυτοκτονίες
και ξέρω απ' τις ειδήσεις για τον θάνατο σου,
μια φρικτή γεύση αυτό, σαν τ' αλάτι.
(Και εγώ,
εγώ επίσης.
Και τώρα, Σύλβια,
ξανά εσύ
ξανά με θάνατο,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας).
Και λέω μόνο
με τα χέρια μου τεντωμένα μέσα σ' εκείνο το πέτρινο μέρος,
τι είναι ο θάνατος σου
παρά ένα παλιό βιος,
ένα μόριο που έπεσε
από κάποιο σου ποίημα;
(Ω φιλενάδα,
ενόσω το φεγγάρι είναι κακό
και ο βασιλιάς έχει φύγει
και η βασίλισσα είναι σε πλήρη αδιέξοδο
ο μεθύστακας είναι πρέπον να τραγουδήσει!)
Ω μικροσκοπική μητέρα,
εσύ επίσης!
Ω αστεία δούκισσα!
Ω ξανθό πράγμα!

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Βύρων Λεοντάρης - Χωρίς τίτλο

Βύρων Λεοντάρης

Χωρίς τίτλο (I)

Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον/βιβλία. Ἀθῆναι χ.χ.

Ι
Οἱ μέρες μου ὅλες λάθος μετρημένες
σὲ τσακισμένα δάχτυλα καὶ καταφαγωμένα
καθὼς χυμοῦσε πάντα πάνω μου τὸ λυσσασμένο τίποτε τῆς ζωῆς

Δὲν ἔχω χρόνο πιὰ
μὲ ἐγκαταλείπουν
οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια
Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
κι ἡ ἄμπωτη ἀπ' τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«... τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις...»
ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
μέσα σ' αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου

Πῶς τὸν καιρὸν ἐν ἀτοπήμασιν ἐβιότευσα ρεμβόμενος...
Μαρτύρια πάνω στὰ μαρτύρια
καὶ κρίματα πάνω στὰ κρίματα
χρεωκόπος τοῦ καιροῦ ἀσύγγνωστος
καὶ φτάνει τώρα ξαφνικὰ τὸ μήνυμα ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει...
Νὰ τὸν προφτάσω πρέπει, ἀνάγκη πᾶσα
τώρα, σ' αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου κι ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει
νὰ τὸν προφτάσω κι ἂς μὴ τὸν προφταίνω πιὰ
νὰ ξεκινήσω ἀμέσως... ἀπὸ ποῦ γιὰ ποῦ
σὲ μία κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
-ἔτσι τὰ βρίσκει ὅταν ἔρχεται τὸ μήνυμα
ἔτσι ὅπως πρὶν ἀπὸ μετοίκηση μὲς σ' ἔξαλλα δωμάτια
σκόρπια χρειώδη καὶ ἄχρηστα εὐτελῆ καὶ τιμαλφῆ ἐνθύμια καὶ φυλαχτὰ
φτωχὲς παρηγοριὲς τῆς καθημερινῆς ἁφῆς καὶ τῆς χαμοζωῆς μας
ἀπελπισία τοῦ τί νὰ πάρεις τί ν' ἀφήσεις
ἀπελπισία του νὰ σὲ νοιάζει ἀκόμη τί νὰ πάρεις τί ν' ἀφήσεις...-
σὲ μιὰ κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
σ' αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου
κι εἶμαι στὸ πουθενὰ
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μιᾶς γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«... τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις...»

Ποιήματα Εκδόσεις "Κέραμος" Δεκέμβρης 1982

Ποιήματα Εκδόσεις "Κέραμος" Δεκέμβρης 1982
Κώστας Παπαποστόλου

Ο Μεγάλος Κύκλος Εκδόσεις "Γαβριηλίδης" 2005

Ο Μεγάλος Κύκλος Εκδόσεις "Γαβριηλίδης" 2005
Κώστας Παπαποστόλου